Κόκκινο Σπίτι: Η νεκρανάσταση ενός μνημείου

ΑΝΝΥ ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ
Πέντε ολόκληρα χρόνια χρειάστηκαν για να “αναστηθεί” από την εγκατάλειψη το Μέγαρο Λόγγου, το Κόκκινο Σπίτι όπως οι Θεσσαλονικείς το ξέρουμε, πέντε χρόνια από τα οποία σχεδόν τρία χρόνια για μελέτες αλλά κυρίως για εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις και, άλλα δύο για τις κατασκευαστικές εργασίες, δηλαδή όσος χρόνος θα χρειαστεί για να κτισθεί το πολλαπλάσιο σε μέγεθος νέο τέρμιναλ του αεροδρομίου “Μακεδονία”.
Για το Μέγαρο Λόγγου, αυτό το σχεδόν αιωνόβιο διατηρητέο στην Πλατεία Αγίας Σοφίας, έχουν γραφτεί ουκ ολίγα από τότε που πέρασε στην Αtlantis Pak Properties, ιδιοκτησίας του επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη ακριβώς επειδή ελπίζαμε στην αποκατάσταση και επανάχρησή του.
Το κτίριο όταν αγοράστηκε ήταν ήδη αφημένο στη φθορά του χρόνου για περίπου 40 χρόνια. Στέκονταν εκεί, στη γωνία Αγίας Σοφίας με Ερμού, με σπασμένα παντζούρια, με τα μπαλκόνια να χάνουν στηθαία και φουρούσια, μια θλιβερή παρουσία στην καρδιά της Πλατείας.
Αναμφίβολα η αποκατάστασή του θα ήταν πρόκληση για όποιον την αναλάμβανε, αλλά το μέγεθος της προσπάθειας το γνωρίσαμε μόνο όταν την αποκάλυψε η ομάδα των μηχανικών που πραγματοποίησε το έργο, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το τεχνικό περιοδικό ΚΤΙΡΙΟ.

Η ιστορία του Κόκκινου Σπιτιού
Το Μέγαρο Λόγγου γνωστό περισσότερο σαν Κόκκινο Σπίτι κατασκευάστηκε για λογαριασμό του Ναουσαίου Ιωάννη Λόγγου με σκοπό να στεγάσει την κατοικία του στο προνομιακό διαμέρισμα του τρίτου ορόφου και τις εμπορικές του επιχειρήσεις στα καταστήματα του ισογείου. Οι δύο πρώτοι όροφοι είχαν από δύο διαμερίσματα και προορίζονταν για εκμετάλλευση. Σήμερα το κτίριο είναι ιδιοκτησία της εταιρείας Atlantis Pak Properties για λογαριασμό της οποίας εκπονήθηκε και υλοποιήθηκε η μελέτη αποκατάστασης και επανάχρησης. Σύμφωνα με αυτή το κτίριο στεγάζει πλέον γραφειακούς χώρους επί των τριών ορόφων και καταστήματα στο ισόγειο και υπόγειο.
Το μέγαρο Λόγγου κατασκευάστηκε το διάστημα 1926-1928 από την «Ανώνυμο Οικοδομική Εταιρείας Νέων Χωρών», μια εταιρεία που ήταν ιδιαίτερα δραστήρια στην πόλη την περίοδο της ανοικοδόμησης μετά την πυρκαγιά. Η αρχιτεκτονική μελέτη αποδίδεται στον αρχιτέκτονα Gennari αλλά η οικοδομική άδεια υπογράφεται από τον μηχανικό Στάη.
Το κτίριο είναι χαρακτηρισμένο ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτσμού και ξεχωρίζει για τον πλούσιο εξωτερικό και εσωτερικό διάκοσμό του.
Σκοπός της μελέτης επανάχρησης ήταν η μετατροπή του κτιρίου κατοικιών σε κτίριο γραφείων επί των τριών ορόφων για τις ανάγκες της ιδιοκτήτριας εταιρίας. Στο ισόγειο διατηρήθηκε η χρήση καταστημάτων και συνδέθηκαν οι χώροι λειτουργικά με το υπόγειο. Παράλληλα στόχος ήταν οι στατική ενίσχυση του κτιρίου, η ενεργειακή αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός και προσαρμογή του κτιρίου στις σύγχρονες απαιτήσεις.

Δυσκολίες πραγματικές και γραφειοκρατικές
Όπως τονίσθηκε από τους μηχανικούς, οι δυσκολίες εμφανίστηκαν ακόμη από τη φάση των μελετών.
Ο χαρακτηρισμό του κτιρίου ως διατηρητέο μνημείο – έργο τέχνης και η ύπαρξη διακόσμου τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό επέβαλε την εποπτεία της μελέτης από τη Γενική Διεύθυνση Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων του ΥΠΠΟ και τη Διεύθυνση Συντήρησης Έργων Τέχνης του ΥΠΠΟ. Σαν αποτέλεσμα οι μηχανικοί είχαν να κάνουν με τέσσερις υπηρεσίες, καθώς το έργο παρακολουθούνταν από τις αρμόδιες υπηρεσίες τόσο από τη Θεσσαλονίκη, όσο και από την Αθήνα.
Η διαδικασία αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρονοβόρα, λόγω της εξαιρετικά αργής απόκρισης των Υπηρεσιών της Αθήνας, ενώ όπως λέχθηκε, η αλλαγή προσέγγισης του έργου από το τμήμα Συντήρησης και ενώ υπήρχαν εγκεκριμένες μελέτες, “έκαναν το έργο ορισμένες φορές να θυμίζει περισσότερο αρχαιολογική σωστική εργασία παρά αποκατάσταση νεότερου μνημείου” ( λόγω των τροποποιήσεων που ζητηθηκαν
Οι μελέτες ήταν έτοιμες σε 8 μήνες, αλλά μαζί με τις εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις απαιτήθηκαν συνολικά τρία χρόνια.
Αρχικά είχε υπάρξει η αισιόδοξη εκτίμηση για συνολική ολοκλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών σε 12 μήνες, εκτίμηση που βασίστηκε στην πληρότητα των μελετών καθώς και στην εκτίμηση ότι ο σκόπελος των Υπηρεσιών, έπειτα και από 3 χρόνια που απαιτήθηκαν ως την τελική έγκριση, είχε προσπελαστεί. Το έργο, παρά ταύτα παραδόθηκε ολοκληρωμένο στους 20 μήνες, τον Μάϊο του 2019.
Στη φάση της μελέτης, η κατάσταση διατήρησης του κτιρίου μπορούσε να εκτιμηθεί σε ένα βαθμό μακροσκοπικά και από περιορισμένες διερευνητικές τομές. Επίσης, δεν μπορούσε να εκτιμηθούν σε όλη τους την έκταση οι βλάβες στο εσωτερικό και εξωτερικό διάκοσμο, στοιχείο που κάνει το κτίριο να ξεχωρίζει. Όμως στη φάση της κατασκευής, φάνηκε η πλήρης κατάσταση διατήρησης των επιμέρους στοιχείων.
Τότε διαπιστώθηκε επί παραδείγματι ο μεγάλος βαθμός διάβρωσης από άλατα, του οπλισμού του σκυροδέματος, όπως και η μεγάλη καταπόνηση των υποστρωμάτων του ζωγραφικού φλοιού.

Το έργο, όπως σημειώθηκε, ήταν μία πρόκληση για μηχανικούς και τεχνίτες. Αρχικά έπρεπε να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάστηκε με τις τότε τεχνολογίες, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και που ήταν τα καλύτερα της εποχής. Παρά όμως την ποιότητα των υλικών της εποχής κατασκευής του, το κτίριο έζησε πολλά, από πολέμους και σεισμούς μέχρι και την πολύχρονη εγκατάλειψη.
Μεγάλη πρόκληση ήταν να βρεθούν συμβατά υλικά για τις επισκευές, ακόμα και έμπειρα συνεργεία, κυρίως για το διάκοσμο της όψης, καθώς δεν υπάρχουν πλέον τα εξειδικευμένα συνεργεία που ασχολούνταν με αυτό το αντικείμενο.
Το Μέγαρο Λόγγου αποτέλεσε ένα case study για τους μελετητές, τον εργολάβο, ακόμα και για την Υπηρεσία την ίδια, όπως τονίσθηκε.
Οι μηχανικοί, ολοκληρώνοντας την παρουσίαση τόνισαν πως το έργο χρειάζεται παρακολούθηση τουλάχιστον κατά τα δύο πρώτα χρόνια μετα την παράδοσή του ώστε να ελέγχεται η συμπεριφορά των στοιχείων, επειδή χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα υλικά και κονιάματα.
Η παρουσίαση του έργου αποκατάστασης και επανάχρησης του Μεγάρου Λόγγου ( διατηρητέου από το 1983), έγινε από τους αρχιτέκτονες μηχανικούς Γιώργο Παυλίδη και Βασιλική Μάσεν, τον πολιτικό μηχανικό Απόστολο Κοκκίνη/REDEX και την επίσης πολιτικό μηχανικό Περσεφόνη Θεοχάρη/ FOCAL.
No comments:
Post a Comment