Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Τα τραγούδια των Οσκαρ 1934-1938

1934
THE CONTINENTAL
Μουσική: Con Conrad. Στίχοι: Herb Magidson
Ερμηνευτές: Fred Astaire, Ginger Rogers, Erik Rhodes, Lillian Miles
από την ταινία “The Gay Divorcee” (εύθυμη ζωντοχήρα)


Σκηνοθεσία: Mark Sanndrich
Πρωταγωνιστούν: Fred Astaire, Ginger Rogers, Alice Brady, Edward Everett Horton, Erik Rhodes, Eric Blore, Betty Grable.
Χορογραφίες: Hermes Pan

Άλλα τραγούδια: Don’t let it bother you / Let’s k-nock k-nees / A needle in a haystack / Night and day

Ένα χρόνο πριν ο Fred Astaire και η Ginger Rogers είχαν κάνει το κινηματογραφικό τους ντεμπούτο στο φιλμ “Flying down to Rio” («Καριόκα»)
Στην ταινία “The gay divorcee” τα ονόματα των Astaire, Rogers ήταν στην τρίτη και τέταρτη θέση αντίστοιχα.

Ο Astaire και η Rogers ακούν το τραγούδι στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου καθώς η μουσική εκτελείται από ορχήστρα μπροστά σε μια πίστα. Τραγουδούν μαζί για τη νέα χορευτική επιδημία που θέλει τα ζευγάρια να φιλιούνται καθώς χορεύουν και σιγά-σιγά οι δυο χορευτές βγαίνουν από το δωμάτιο και πλησιάζουν τους άλλους χορευτές. Το τραγούδι περνάει μετά στα χείλη των Erik Rhodes – Lillian Miles που αναφέρονται σε πόλεις – χώρες της Ευρώπης όπου ο χορός έχει κερδίσει φανατικούς οπαδούς. Οι Astaire – Rogers στην αρχή χορεύουν τανγκό και μετά διάφορους άλλους ρυθμούς. Το κοινό που παρακολουθούσε τότε την ταινία χειροκροτούσε ασυγκράτητα τους εκπληκτικούς χορευτές.

Ασυνήθιστα μεγάλη η διάρκεια του τραγουδιού (72 μέτρα) για την εποχή (διαρκεί 8’ 22), αλλά θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι υπηρετούσε την χορευτική δεξιοτεχνία των δύο πρωταγωνιστών.

Η ταινία είχε άλλη μια αγέραστη επιτυχία, το “Night and day” του Cole Porter.

H παρτιτούρα του “The continental” είχε 27 φωτογραφίες των Astaire-Rogers για όσους ήθελαν να μάθουν τα βήματα του χορού.

Σε δίσκους το τραγούδι έγινε επιτυχία από την ορχήστρα Leo Reisman με δύο ακόμα εκτελέσεις να ξεχωρίζουν – των Jolly Coburn, Lud Gluskin.

1935
LULLABY OF BROADWAY
Μουσική: Harry Warren. Στίχοι: Al Dubin
Ερμηνευτές: Dick Powell – Wini Shaw
από την ταινία “Gold Diggers of 1935” («Παλλάς Οτέλ»)

Σκηνοθεσία: Busby Berkeley
Πρωταγωνιστούν: Dick Powell, Adolphe Menjou, Gloria Stuart, Alice Brady, Glenda Farrell, Frank Mc Hugh, Winifred Shaw.

Άλλα τραγούδια: I’m goin’ shoppin’ with you / The words are in my heart / We’ re in the money / Dagger dance.

Στην ταινία το τραγούδι ερμηνεύεται σε μια μεγαλειώδη απόδοση που σχεδίασε ο Busby Berkeley (για την οποία ήταν υποψήφιος για την Καλύτερη Χορευτική Σκηνοθεσία), με επικεφαλής των εκατοντάδων χορευτών τους Dick Powell – Winifred Shaw. Η σκηνή διαρκεί γύρω στα 15 λεπτά και ξεκινάει με ένα κοντινό πλάνο της Shaw που σιγά-σιγά γίνεται ο ορίζοντας του Μανχάτταν.

Η Shaw τραγουδά για μια χορεύτρια του Broadway που κοιμόταν όλη τη μέρα, διασκέδαζε όλο το βράδυ, κι είχε τραγικό τέλος. Εκτός από την Shaw τραγουδά και ο Powell και χορωδία. Εκατοντάδες ζευγάρια χορεύουν γύρω από τους Powell – Shaw ως τη στιγμή που κάποιος την σπρώχνει από ένα παράθυρο και σκοτώνεται.

To “Lullaby of Broadway” έγινε επιτυχία το 1935 από τους Dorsey Brothers Orchestra, Little Jack Little, Reginald Forsythe, Hal Kemp, Chick Bullock. To “Lullaby of Broadway” («Ας χαρούμε μαζί») ήταν ο τίτλος ταινίας του 1951 όπου το ερμηνεύει η Doris Day και το χορεύει με τον Gene Nelson.

1936
THE WAY YOU LOOK TONIGHT
Μουσική: Jerome Kern. Στίχοι: Dorothy Fields
Ερμηνευτής: Fred Astaire
από την ταινία “Swing Time” («Δεν χορεύω πια»)


Σκηνοθεσία: George Stevens
Πρωταγωνιστούν: Fred Astaire, Ginger Rogers, Victor Moore, Helen Broderick, Eric Blore, Betty Furness.
Χορογραφία: Hermes Pan

Άλλα τραγούδια: Bojangles of Harlem / A fine romance / Never gonna dance / Pick yourself up.

H Ginger Rogers λούζει τα μαλλιά της με σαμπουάν, ενώ στο διπλανό δωμάτιο ο Fred Astaire παίζει πιάνο και τραγουδά. Η Rogers συγκινείται από το τραγούδι και με το σαμπουάν (στην πραγματικότητα για περισσότερη αληθοφάνεια χρησιμοποιήθηκε σαντιγύ) στα μαλλιά της έρχεται κοντά του ενώ εκείνος ψιθυρίζει ότι δεν θα ξεχάσει «όπως είσαι απόψε».

Αργότερα στην ταινία την μελωδία επαναλαμβάνει ως διευθυντής ορχήστρας και τραγουδιστής ο Georges Metaxa σε νυκτερινό κλαμπ. Στο τέλος του φιλμ το ερμηνεύουν μαζί με το “A fine romance” οι Astaire-Rogers.

Μ’ αυτό το τραγούδι η Fields έγινε η πρώτη γυναίκα που κέρδισε Όσκαρ τραγουδιού.

Το 1935 συναγωνίζονταν σε επιτυχία οι εκτελέσεις του τραγουδιού από τους Fred Astaire (Νο 1 για έξι εβδομάδες), Guy Lombardo, Teddy Wilson-Billie Holiday, Benny Goodman-Peggy Lee.

O Kern θα κέρδιζε ένα δεύτερο Όσκαρ το 1941 για το “The last time I saw Paris”.


1937
SWEET LEILANI
Μουσική - Στίχοι: Harry Owens
Ερμηνευτής: Bing Crosby
από την ταινία “Waikiki Wedding” («Αγάπη στη Χαβάη»)

Σκηνοθεσία: Frank Tuttle
Πρωταγωνιστούν: Bing Crosby, Martha Raye, Shirley Ross, Bob Burns, Leif Erickson, Grady Sutton, Anthony Quinn.

Άλλα τραγούδια: Blue Hawaii / In a little hula heaven / Okolehao / Sweet is the word for you

O Bing Crosby ερμήνευσε το τραγούδι στο φιλμ και η ηχογράφηση του πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Μολονότι η μουσική και τα άλλα τραγούδια του έργου ήταν του συνθέτη Ralph Rainger και του στιχουργού Leo Robin o Crosby ζήτησε την σύνθεση του Χαβανέζου μαέστρου Harry Owens “Sweet Leilani” να προστεθεί γιατί του άρεσε ιδιαίτερα. Τελικά αυτή η μελωδία ήταν η μεγάλη επιτυχία της ταινίας.

Υπάρχει, όμως, κι άλλη ιστορία για το τραγούδι αυτό. Στις 19 Οκτωβρίου 1934 ο Owens και η σύζυγος του Bess απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Το κοριτσάκι είχε τα χαμογελαστά ιρλανδέζικα γαλάζια μάτια της μητέρας της και μαύρα μαλλιά. Αποφάσισαν να την ονομάσουν Leilani που στα χαβανέζικα σημαίνει «λουλουδένιο στεφάνι από τον ουρανό». Το όνομα ήταν πολύ κοινό στην Χαβάη. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον μια Leilani.

Σε λιγότερο από μια ώρα στις 20 Οκτωβρίου όταν η κόρη του ήταν μιας ημέρας ο Owens ολοκλήρωσε το τραγούδι.

Ένα βράδυ ο Owens με τον φίλο του Bing Crosby και τις συζύγους τους γευμάτιζαν και χόρευαν στο Royal Hawaiian Hotel, όπου η ορχήστρα έπαιξε το “Sweet Leilani”. O Crosby ενθουσιάστηκε όχι, όμως, και ο παραγωγός της ταινίας. Για να τον πείσει ο τραγουδιστής εγκατέλειψε τα γυρίσματα και πήγε για γκολφ. Έτσι ενέδωσε ο παραγωγός.

Όταν ο Irving Berlin στην τελετή της απονομής των Όσκαρ ανακοίνωσε ότι το βραβείο πηγαίνει στον Owens ο συνθέτης δεν πίστευε στ’ αυτιά του.


1938
THANKS FOR THE MEMORY
Μουσική: Ralph Rainger. Στίχοι: Leo Robin
Ερμηνευτές: Bob Hope – Shirley Ross
από την ταινία “The Big Broadcast of 1938”

Σκηνοθεσία: Mitchell Leisen
Πρωταγωνιστούν: W.C. Fields, Martha Raye, Dorothy Lamour, Shirley Ross, Lynn Overman, Bob Hope, Ben Blue, Leif Erickson.

Άλλα τραγούδια: “Mama, that moon is here again”, “Truckin’ ”, “The waltz lives on”, “This little ripple had rhythm”, “Charleston”, “At a Georgia camp meeting” “You took the words right our of my heart”, “Dixie”, “Zuni zuni”, “Don’t tell a secret to a rose”, “Noche de ronda”. Τα δύο τελευταία ερμηνεύει ο Tito Guizar.

Αυτό το τραγούδι, από την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Bob Hope, έγινε το μουσικό σήμα των εμφανίσεων του στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο και σε παραστάσεις.

Στο μπαρ του υπερωκεάνειου “S.S. Gigantic”, οι πρώην σύζυγοι Shirley Ross-Bob Hope συναντιώνται μετά από πολλά χρόνια χωρισμού και πολύ ευγενικά ευχαριστούν ο ένας τον άλλο για τις υπέροχες στιγμές που πέρασαν μαζί – οι στίχοι του Robin αναφέρονται τρυφερά σε καθημερινά πράγματα όπως βροχερά απογεύματα, μια καμένη φρυγανιά, πίτες που έψηναν, πυτζάμες που αγόρασε και δεν φόρεσε, μια σερενάτα του Σούμπερτ, κλπ.
Σε δίσκους έγινε επιτυχία από τον Shep Fields (Νο1 το 1938, διότι η ηχογράφηση του κυκλοφόρησε τρεις μήνες πριν από την προβολή της ταινίας) και από την Mildred Bailey.

Ο σκηνοθέτης του φιλμ έκανε κάτι ασυνήθιστο. Όταν ήρθε η ώρα να προηχογραφήσουν το τραγούδι για την ταινία ζήτησε από την μεγάλη ορχήστρα της «Παραμάουντ» να ανέβει στην σκηνή και να το παίξει «ζωντανά», ενώ και οι δύο ηθοποιοί το τραγούδησαν επίσης «ζωντανά». Η «Παραμάουντ» ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από το τραγούδι ώστε στο τέλος του 1938 γύρισαν μια ταινία με τίτλο “Thanks for the memory” και πρωταγωνιστές τους Bob Hope-Shirley Ross.

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Χρυσή δισκοθήκη


Όταν το περιοδικό "Billboard" άρχισε να δημοσιεύει το 1940 τον εβδομαδιαίο κατάλογο των πιο εμπορικών τραγουδιών του επταημέρου στις ΗΠΑ και καθιέρωσε το εβδομαδιαίο hit parade, ήταν η εποχή των μεγάλων ορχηστρών, όπου οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες έπαιζαν δευτερεύοντα ρόλο.
Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γύρω στο 1947, η εικόνα αλλάζει. Οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες περνάνε μπροστά από τις ορχήστρες, και η μουσική αλλάζει ριζικά ως το 1954, όταν ξεσπά η επανάσταση του rock 'n' roll, που ανατρέπει τα πάντα στο πεντάγραμμο.
Στα τέλη του 1994 αρχίζει η έρευνα για τη συγγραφή αυτού του τόμου. Παράλληλα με την έναρξη της ραδιοφωνικής εκπομπής "Αθήνα-Θεσσαλονίκη", που παρουσίαζαν κάθε Κυριακή ο Γιάννης Πετρίδης από την Αθήνα (ΕΡΑ) και ο Λευτέρης Κογκαλίδης από τη Θεσσαλονίκη (ΕΡΤ 3).
Ο πρώτος στόχος ήταν να βρεθούν και τα 203 τραγούδια που σκαρφάλωσαν στο Νο 1 των ΗΠΑ από το 1940 έως το 1954. Φαινόταν εύκολο, αλλά δεν ήταν... (Λευτέρης Κογκαλίδης)
Title:Χρυσή δισκοθήκη
ISBN:9789603981114
Publisher:Σύγχρονοι Ορίζοντες (2003)
Author(s):{Λευτέρης Κογκαλίδης}
Format:Μαλακό εξώφυλλο
Subject:ΜουσικήΤραγούδια
Dimensions:21 x 27 cm
Pages:503

Συνέντευξη του Λευτέρη Κογκαλίδη στο περιοδικό Anatolia Alumnus



Δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης ειδήσεων, διευθυντής τηλεόρασης, διευθυντής δημοσίων και διεθνών σχέσεων. Όλη η ραδιοφωνική και η τηλεοπτική του καριέρα ταυτίζεται με την ΕΤ3 ή ό,τι είχε σχέση με τη δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Νέα Αλήθεια, Ελληνικός Βορράς, Έσπερινή ώρα, Επιλογές και "Θ" της Θεσσαλονίκης.
Ραδιοφωνικός παραγωγός, ο οποίος τα τελευταία οκτώ χρόνια παρουσιάζει την εκπομπή Ραδιο-Νοσταλγία, κάθε Κυριακή, από το β΄ πρόγραμμα της ΕΡΑ σε ολόκληρη την Ελλάδα, μέσω του internet σε όλο τον κόσμο και από τον 9,58 της ΕΡΤ3. Μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής και της Επιτροπής Πρόκρισης του Φεστιβάλ Τραγουδιού και της Γιουροβίζιον, καθώς και μέλος της κριτικής επιτροπής ξένων φεστιβάλ.
Παρακολούθησε για 30 χρόνια το Φεστιβάλ ΜΙΝΤΕΜ στις Κάννες και εκατοντάδες συναυλίες ξένων καλλιτεχνών στο εξωτερικό. Στα τέλη της δεκαετίας του '60, έγραψε στίχους σε περισσότερα από τριάντα τραγούδια, που ηχογραφήθηκαν και έγιναν επιτυχίες.
Η πιο μεγάλη επιτυχία ήταν το Ντιλάιλα με τον Τέρη Χρυσό και τον Δάκη, το '62. Διετέλεσε συντονιστής των Βαλκανικών τηλεοράσεων σε θέματα συμπαραγωγών επί έξι χρόνια. Ήταν ο πρώτος που οργάνωσε πρωταθλήματα body building σε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα από το '82 μέχρι το '86. Επίτιμο μέλος της Λέσχης Καταδρομέων. Και φυσικά απόφοιτος του κολεγίου Ανατόλια!
Ποιος είναι; Ο μέντωρ της δημοσιογραφίας, ο πολυσχιδής και πολυπράγμων Λευτέρης Κογκαλίδης, τον οποίο φιλοξενεί το Alumnus σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη.


Η δημοσιογραφία είναι ταλέντο, μεράκι ή ένα οποιοδήποτε επάγγελμα, όπως όλα τα άλλα;
Δεν θα επιμείνω στο λειτούργημα, όπως λένε οι περισσότεροι, αλλά η δημοσιογραφία για μένα είναι αγάπη για τον άνθρωπο. Βασικά οι δημοσιογράφοι σκύβουν πάνω από ανθρώπινες ιστορίες και αυτές τις ανθρώπινες ιστορίες πρέπει να τις φέρουν πιο κοντά στον πολύ τον κόσμο. Ο δημοσιογράφος ακόμα και αν δεν χειρίζεται καλά την ελληνική γλώσσα στην αρχή, κάποια στιγμή κάνει ένα "νοικοκύρεμα" του γραπτού λόγου. Πιστεύω ότι οι δημοσιογράφοι κάνουν ένα "νοικοκυριό" με τα κείμενά τους. Είναι και μεράκι και ταλέντο η δημοσιογραφία, αν και μερικοί όμως χρησιμοποιούν αυτό το επάγγελμα για να πετύχουν άλλους στόχους…
Εσείς, πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη δημοσιογραφία;
Στη δημοσιογραφία βρέθηκα, όταν μια φίλη μου που εργαζόταν σε ένα κατάστημα δίσκων μου είπε: Ξέρεις τόσα πολλά από μουσική, γιατί δε γράφεις σε μια εφημερίδα; Έτσι βρέθηκα πρώτα στη "Νέα Αλήθεια" και μετά στον "Ελληνικό Βορρά" να γράφω σε μια στήλη παρουσίασης δίσκων, μαθητής ών. Για το 1961 και για ένα 17χρονο μαθητή σας διαβεβαιώ ότι ήταν πολύ πρωτοποριακή η δημοσιογραφική μου ενασχόληση με αυτόν τον τρόπο. Τελειώνοντας το σχολείο και παράλληλα με το πανεπιστήμιο μια μέρα μου είπαν από την εφημερίδα ότι θα αναλάμβανα καλλιτεχνικός συντάκτης, επειδή ο προηγούμενος θα πήγαινε σε άλλο πόστο. Ούτε καν άκουσαν τις αμφιβολίες μου για τη δυνατότητά μου να ανταποκριθώ στα καθήκοντα που δε γνώριζα. Υπόψιν, ότι τότε οι άλλοι συντάκτες ήταν ηλικίας 40 ή 50 χρονών. Υποθέτω ότι ήμουν ο νεότερος συντάκτης σε όλη την Ελλάδα! Δυο χρόνια αργότερα το '64 πηγαίνω στο ραδιόφωνο και δυο χρόνια μετά, το '66 πηγαίνω στην τηλεόραση.
Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας από την εποχή της ενεργούς δράσης σας ως δημοσιογράφος;
Εκείνη την εποχή για έναν νέο άνθρωπο 20 ή 25 χρονών να παίρνει συνέντευξη από την Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν κάτι το εξωπραγματικό! Θυμάμαι ότι έχω μια φωτογραφία από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της εποχής εκείνης, την Ίλια Λιβυκού και τον Άλκη Γιανακά. Όταν τη βλέπω, βρίσκομαι ανάμεσα σε σταρ και δανείζομαι κάτι από τη λάμψη τους. Δε θα ξεχάσω τη συνέντευξη με την Τζίνα Μπαχάουερ στο τότε αεροδρόμιο της ΤΑΕ. Δε θα ξεχάσω επίσης το ότι μια βδομάδα ήμουν παρέα με τον Σέρτζιο Ενρίκο και τη γυναίκα του από το πρωί ως το βράδυ, με τον Ντομένικο Μοντούνιο, με τον Αλ Μπάνο και τη Ρομίνα Πάουερ, με τον "μάγο" της ενορχήστρωσης Ρέι Κόνιφ, με την Συλβί Βαρτάν και τον Τζόνι Χαλιντέι. Αυτοί ήταν μόνο στην Ελλάδα, γιατί στο εξωτερικό γνώρισα εκατοντάδες! Αυτά μιλώντας για καλλιτέχνες, γιατί αν πάμε σε ρεπορτάζ, ειδικά της τηλεόρασης, νομίζω ότι ήταν κατόρθωμα που ανέβηκα στο Μύτικα από την πίσω μεριά και κατέβηκα από την άλλη, για να γράψω ένα ρεπορτάζ για τη χειμερινή διαβίωση των καταδρομέων…Έχω σφίξει το χέρι των Γεώργιου Παπανδρέου, Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ανδρέα Παπανδρέου, Ζισκάρ ντε Εστέν, Μάικ Δουκάκης…Έχω δειπνήσει με τη Ρίτα Χέιγουορθ, Λέσλι Καρόν, Μαρί Λαφορέ και στο εξωτερικό με τη Ρομπέρτα Φλάκ. Πήρα συνεντεύξεις από τους Χούλιο Ιγκλέσιας, Τόνι Μπένετ, Μισέλ Λεγκράν, Φράνκ Πουρσέλ, Σίρλεϊ Μπάσεϊ, Κουϊνσι Τζόουνς, είναι αδύνατο να θυμηθώ τα ονόματα των διασημοτήτων από τους οποίους πήρα συνεντεύξεις. Μπορεί να ξεχνάω και σημαντικότερα…
Η Θεσσαλονίκη έχει αναδείξει μεγάλα ονόματα της δημοσιογραφίας…
Ηλίας Κύρου, Τάκης Ζαφειρόπουλος, Κώστας Δημάδης, Νίκος Βουργουτζής, Νίκος Μέρτζος, Γεράσιμος Δώσσας, είναι μερικοί από αυτούς που γνώρισα και δίδαξαν δημοσιογραφία σε πολλές γενιές νέων.
Από τη νέα γενιά των δημοσιογράφων, υπάρχουν άξιοι συνεχιστές τους σήμερα;
Λίγοι, οι οποίοι δεν φάνηκαν ακόμα ή δεν το επιτρέπει η εποχή να φανούν. Αλλά, είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν ταλέντα. Εκείνο που με στεναχωρεί είναι η "κακοποίηση" της ελληνικής γλώσσας, η οποία γίνεται ο κανόνας σε εφημερίδες, περιοδικά, τηλεόραση. Με ενοχλούν εκφράσεις "τύπου και να πούμε, και να περνάτε καλά, στην πόλη μας". Στο γραπτό και προφορικό λόγο δεν υπάρχει και δεν πρέπει να υπάρχει "στην πόλη μας". Είναι ό,τι χειρότερο!
Πόσο πολύ επηρέασε η ηλεκτρονική δημοσιογραφία τον έντυπο τύπο;
Ενώ παλιά περιμέναμε την εφημερίδα να κυκλοφορήσει το πρωί για να μάθουμε τις ειδήσεις, τώρα τις γνωρίζουμε από το προηγούμενο βράδυ. Εκεί όμως που υστερεί η τηλεόραση και το ραδιόφωνο είναι οι λεπτομέρειες που έχει υποχρέωση η εφημερίδα να τις προσφέρει στο αναγνωστικό της κοινό. Βέβαια στα προφορικά η κριτική έχει μπει μέσα στην είδηση και επικρατεί ένα αλαλούμ για το ποια είναι η αλήθεια και ποια είναι η προσωπική εκτίμηση του εκφωνητή των ειδήσεων, ο οποίος έχει μετατραπεί βέβαια και σε εισαγγελέα. Κι αν δε συμφωνεί μαζί του ο φιλοξενούμενος, βγαίνει από τα ρούχα του και κατακεραυνώνει το συνομιλητή του. Απίστευτα πράγματα για υποτίθεται πολιτισμένους δημοσιογράφους.
Γίνονται καινούργιες προσπάθειες στο δημοσιογραφικό χώρο στη Θεσσαλονίκη;
Μου αρέσει που υπάρχουν τόσα πολλά ενημερωτικά έντυπα στη Θεσσαλονίκη καλύπτοντας τα ενδιαφέροντα πολλών ανθρώπων, δίνοντας ευκαιρίες σε νέους δημοσιογράφους και προωθώντας επιχειρήσεις και υπηρεσίες. Μου θυμίζουν τα ντοκιμαντέρ των νέων σκηνοθετών που μετά από ένα διάστημα προχωρούν στο γύρισμα μιας κανονικής ταινίας.
Η σχέση σας με τη μουσική πώς προέκυψε;
Περίπου μαζί με τα χρόνια μου στο Ανατόλια παρακολουθούσα της συναντήσεις του light music club, που ένας από τους επικεφαλής ήταν ο Σάκης Παπαδημητρίου. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τη Ροζ Μαρί Κλούνεϊ και τον Λούι Άμστρονγκ. Μετά ανακάλυψα τα εκπληκτικά μουσικά προγράμματα της "Φωνής της Αμερικής" και τους δυο αμερικάνικους σταθμούς που λειτουργούσαν στην Ελλάδα, στις αμερικανικές βάσεις του Ελληνικού και του Ηρακλείου. Και αμέσως μετά το "Ράδιο Λουξεμβούργο". Όταν ήμουν στην τετάρτη γυμνασίου στο κολέγιο Ανατόλια, είχα ένα ημερολόγιο με 15 σειρές κάθε μέρα που φρόντιζα να τις καλύπτω με τους τίτλους και τους εκτελεστές των τραγουδιών που άκουγα. Δίπλα έβαζα και βαθμολογία. Μέσα σε μερικούς μήνες είχα καταγράψει όλα τα τραγούδια των τοπικών σταθμών της Θεσσαλονίκης και γι' αυτό άρχισα να ακούω το β΄ πρόγραμμα της Αθήνας. Χάρη στις μουσικές μου γνώσεις πήγα σε ένα μουσικό ραδιοφωνικό διαγωνισμό του Μαστοράκη και κέρδισα εκατοντάδες δίσκους, μαντεύοντας τον τίτλο του τραγουδιού από τις αρχικές νότες. Το πιο σημαντικό είναι ότι από το '70 μέχρι το '80 ήμουν ανταποκριτής στην Ελλάδα του αμερικάνικου περιοδικού Billboard, που από το 1890 έως σήμερα είναι το Νο1 περιοδικό για ραδιόφωνο και μουσική σε ολόκληρο τον κόσμο!
Είστε ένας από τους μανιώδεις συλλέκτες μουσικών άλμπουμ.
Έχω όσους δίσκους κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα 45 και 33 στροφών από το 1960 έως το 1990 σε βινύλιο. Από τότε και μετά άρχισα να αγοράζω ό,τι υπήρχε από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι το 1955. Έχω επίσης στη συλλογή μου, σε βίντεο και DVD, περισσότερες από χίλιες ταινίες μιούζικαλ! Θα μπορούσα ακόμα να καυχηθώ για τα κινηματογραφικά και τα μουσικά μου βιβλία, τα οποία μου κόστισαν άλλη μια περιουσία!
Μιλήστε μας για το βιβλίο σας με τίτλο "Χρυσή δισκοθήκη" και υπότιτλο "τα 203 Νο1 στις ΗΠΑ από το 1940-1954".
Γιατί "Χρυσή δισκοθήκη"; Επειδή ήταν η ραδιοφωνική εκπομπή που είχα για περισσότερο από 20 χρόνια και μέσω της οποίας με γνώρισε ο περισσότερος κόσμος. Και δε με ξέχασαν οι συμμαθητές και οι συμμαθήτριές μου. Όταν ξεκίνησα το ραδιόφωνο το '64, δεν υπήρχαν μουσικά βοηθήματα. Οι πληροφορίες που είχαμε για τους καλλιτέχνες ήταν ελάχιστες. Εγώ μ' αυτό το βιβλίο μου προσφέρω μια ολοκληρωμένη μουσική εγκυκλοπαίδεια, όπου τα βρίσκεις όλα συγκεντρωμένα, χωρίς να ανατρέχεις σε 100 βιβλία! Δηλαδή, τα βιογραφικά του συνθέτη, στιχουργού, ερμηνευτή, διευθυντή ορχήστρας ή ενορχηστρωτή, φωνητικού συγκροτήματος που συνοδεύει, σε ποιες παραστάσεις ακούστηκαν, σε ποιες ταινίες, από ποιους, αν ήταν ντουμπλαρισμένοι, πόσοι το ηχογράφησαν, ποιοι το έκαναν επιτυχία, ανάλυση του τίτλου από όλες τις πλευρές (τοπωνύμια, ιδιωματισμοί, κλπ) και βέβαια για κάθε ένα από τα 1203 τραγούδια υπάρχουν από μια έως τέσσερις φωτογραφίες. Και όλα αυτά συγκρότησαν περισσότερες από 500 σελίδες σε εξαιρετικό χαρτί και εκτύπωση! Δε λυπήθηκε καθόλου τις δαπάνες ο εκδοτικός οίκος της Θεσσαλονίκης "Σύγχρονοι Ορίζοντες" που με αγάπη έσκυψε πάνω από τη δουλειά μου.
Τι σας ευχαριστεί να κάνετε τον ελεύθερο χρόνο σας;
Δε μου αρέσει να ακούω μουσική, αλλά τρελαίνομαι όταν έρχονται σπάνια κομμάτια που έχω παραγγείλει και τα ανακαλύπτω, όπως ένας αρχαιολόγος με τη σκαπάνη του αποκαλύπτει ένα θησαυρό! Ακούω ραδιόφωνο, αλλά με κουράζουν οι ασυναρτησίες και η έλλειψη έμπνευσης και άρθρωσης σωστού λόγου. Ψάχνω για τα ταλέντα, αλλά τελικά ίσως είμαι δύσκολος ακροατής μετά από τόσα χρόνια προϋπηρεσίας. Γι' αυτό, άλλωστε, δίδαξα ραδιόφωνο και αγγλική ορολογία στο ραδιόφωνο για να δημιουργήσω μια νέα γενιά ραδιοφωνικών personalities.
Ποια είναι η γνώμη σας για τα δελτία ειδήσεων;
Υποθέτω ότι είναι οι χειρότερες ειδήσεις στην πλειοψηφία τους από όλα τα ευρωπαϊκά κανάλια! Σας υπενθυμίζω, ότι για τρία χρόνια ήμουν πρόεδρος της Πανευρωπαϊκής Ένωσης Δημόσιων Περιφερειακών Τηλεοπτικών Σταθμών (380 σταθμοί σε 38 χώρες!) και έχω δυνατότητα να κάνω συγκρίσεις και σχόλια. Είναι εξωφρενικό οτι οι ειδήσεις στους περισσότερους σταθμούς έχουν μουσική υπόκρουση για να εκτείνουν την προσοχή των τηλεθεατών ή και για να τους εκνευρίσουν. Ακόμα ο αγχώδης τρόπος εκφώνησης των ειδήσεων αποτελεί ανεπίτρεπτη κριτική που σπάταλα μας προσφέρουν τα κανάλια. Στον τομέα αυτό εξαιρούνται τα τρία δημόσια κανάλια.
Ποιο, πιστεύετε, ότι είναι το επίπεδο του δημόσιου καναλιού και της ραδιοφωνίας της Θεσσαλονίκης;
Επειδή είμαι πολύ απαιτητικός πιστεύω ότι υπάρχουν πάντα περιθώρια βελτίωσης των προγραμμάτων, όσα και αν ακούω από όλη την Ελλάδα. Μπράβο στην ΕΤ3. έχει βελτιωθεί ή βελτιώνεται. Αυτό είναι θέμα υποκειμενικό. Κάθε γενικός διευθυντής με τους συνεργάτες του και ανάλογα με την κουλτούρα του-τους, έχουν ένα δικό τους πολιτισμικό στίγμα, έχουν τις δικές τους προτιμήσεις, τους δικούς τους στόχους και ανάλογα λειτουργούν".
Πώς "σφράγισε" τη ζωή σας το Ανατόλια;
Πρώτα από όλα, δεν είχα ανασφάλεια για την επαγγελματική μου αποκατάσταση. Από την πρώτη στιγμή ήμουν σίγουρος για το ικανοποιητικό επίπεδο γνώσης και εκπαίδευσης. Οι καθηγητές στην πλειοψηφία τους ήταν εξαιρετικοί εκπαιδευτικοί και άνθρωποι. Τους είχαμε ως πρότυπο! Οι παραινέσεις τους μας έδειχναν το δρόμο. Ήταν μια υπέροχη ατμόσφαιρα! Και όλοι όσοι περάσαμε από το Ανατόλια ήμασταν έτοιμοι, από την επόμενη μέρα, να αντιμετωπίσουμε με τα εφόδια που μας έδωσαν πολύ πιο εύκολα τη ζωή και τις δυσκολίες της.

ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009

Το Clair de lune του Ντεμπυσσυ εχουν ηχογραφησει σε μοντερνα εκτελεση ως Moonlight love οι Perry Como,Sarah Vaughan κ.α.
Η μοναδικη φορα που τραγουδησε με την δικη της φωνη σε ταινια η Ριτα Χαιηγουωρθ ηταν όταν ερμηνευσε με κιθαρα στην Gilda το Put the blame on Mame.
Το Paroles,paroles που εκανε επιτυχια η Dalida με τον Alain Delon,ηχογραφηθηκε το 1972 στην Ιταλια από την Mina με τον Alberto Lupo.
Κατά καιρους το Φεστιβαλ Τραγουδιου Θεσσαλονικης ,εκτος από τον Αλκη Στεα,παρουσιασαν οι Ζωη Λασκαρη,Κωστας Καρρας-Νορα Βαλσαμη,Φιλαρετη Κομνηνου,Μαρια Αλιφερη,Μακω Γεωργιαδου,Ανδρεας Μικρουτσικος,Δαφνη Μποκοτα,κ.α.
186 ταινιες γυρισαν τα στουντιο του Φιλ.Φινου.
Την εποχη που ηταν της μοδας οι κονφερασιε (κομπερ) η Θεσσαλονικη ανεδειξε τον Σταυρο Γραμματικοπουλο.
Το 1963 ο (φοιτητης τοτε στο ΑΠΘ ) Λουκιανος Κηλαηδονης επαιζε πιανο στο υπογειο του Ντορε-απεναντι από τον Λευκο Πυργο.
1000 τραγουδια και 110 αλμπουμ ηχογραφησε ως σημερα η κορυφαια τραγουδιστρια της Ιταλιας Μινα.
Η Ημερα του Τανγκο (El Dia Del Tango) εορταζεται στις 11 Δεκεμβριου στην Αργεντινη.Ειναι η ημερομηνια γεννησης του Carlos Gardel.
Η λεξη μενου στην αρχαια ελληνικη ηταν γνωστη ως «μινυθες γραμματιον» και στη νεοελληνικη «εδεσματολογιο».

ΚΥΡΙΑΚΗ 27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009

Το Kiss of fire του 1952 «γεννήθηκε» στην Αργεντινή το 1913 ως El choclo.
*Ο Agustin Lara συνέθεσε το 1941 στο Μεξικό το Solamente una vez που έγινε
You belong to my heart από τον Bing Crosby το 1945.Απο το 1944 η μελωδία έγινε ευρύτερα γνωστή όταν την τραγούδησε στην ταινία κινουμένων σχεδίων The three caballeros Dora η Luz.
*Από την σουίτα του Ernesto Lecuona «Andalucia» (1927) προέρχεται η Malaguena.
*Είναι τραγούδια από το Μεξικο:Quizas,quizas,quizas (1947) /Quien sera (1954)/Somos novios (It’s impossible 1971) / Maria Elena (1932) /Amor (1941) / Amapola (1924) / Du,nur allein [Sobre las olas/Over the waves(1884).]

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

MARIO LANZA (1921-1959)


Ο Mario Lanza γεννήθηκε Alfredo Arnold Cocozza στη Φιλαδέλφεια, στις 31 Ιανουαρίου 1921. Γιος μεταναστών ήταν παιδί-θαύμα, χωρίς ιδιαίτερη μουσική μόρφωση. Τον ανακάλυψε ο Serge Kousevitzky σε μια ακρόαση στην Φιλαδέλφεια και τον προσέλαβε να υποδυθεί τον Fenton σε μία παράσταση της όπερας “The merry wives of Windsor” τον Αύγουστο του ’42.
Αφού για ένα διάστημα υπηρέτησε τη θητεία του, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μαζί με τους George London-Frances Yeend συγκρότησαν το Bel Canto Trio.
Όταν ο διευθυντής των στούντιο της MGM Louis B. Mayer άκουσε τον Lanza να τραγουδά στο Hollywood Bowl, του έκλεισε επτάχρονο συμβόλαιο με την εταιρία του.
Εκτός από δύο εμφανίσεις στην “Madama Butterfly” στη Νέα Ορλεάνη, ο κόσμος της όπερας δεν θα τον χειροκροτούσε ξανά. Τον ανακάλυψαν, όμως, εκατομμύρια φίλοι του κινηματογράφου. Οι ταινίες και οι δίσκοι του τον καθιέρωσαν ως ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια της δεκαετίας του ’50.
Ο ξαφνικός θάνατος του στη Ρώμη, στις 7 Οκτωβρίου 1959, ήταν σοκ για τους θαυμαστές του. Ο θάνατος του, σε ηλικία 38 χρονών, αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή, αλλά υπάρχει μια άλλη θεωρία σύμφωνα με την οποία ήταν θύμα του γκάνγκστερ Lucky Luciano, διότι ο τενόρος αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί του.
Έως και σήμερα παραμένει ο μοναδικός οπερατικός τενόρος στην ιστορία που έγινε σουπερσταρ του Χόλλυγουντ. Το 1951 το περιοδικό “Time” υπογράμμιζε την επιτυχία του λέγοντας ότι τον λατρεύουν οι έφηβοι, οι νοικοκυρές και οι λάτρεις του τραγουδιού. Παρ’ όλα αυτά οι φίλοι της κλασικής μουσικής, υποστήριζαν ότι η θέση του ήταν στην Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης και όχι στην Metro-Goldwyn-Mayer.
Στο περιοδικό “Opera News” o Eric Myers χαρακτηρίζει τη φωνή του ως “πλούσια, ώριμη, αλάνθαστη. Μια φωνή που αναμειγνύει την ιταλική φλόγα με την αμερικάνικη σπιρτάδα”. Ο Lanza ήταν Ιταλο-αμερικάνος πρώτης γενιάς και πέτυχε να προωθήσει τα στοιχεία του παλιού κόσμου με την ενθουσιώδη αισιοδοξία του νέου. “Υπάρχει μια χαρά στη φωνή του, υποστηρίζει ο Myers, που ακτινοβολεί αγνή αγάπη για το τραγούδι, με μια καρδιά ολάνοιχτη στο ακροατήριο”.
Όταν ο Arturo Toscanini αποκάλεσε τον Lanza “σπουδαιότερη φυσική φωνή του 20ου αιώνα”, δεν ήταν ο μόνος που πίστευε στον Ιταλο-Αμερικανο τενόρο. Σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του, το καλοκαίρι του 1999, στο Grant Park του Σικάγο 12.000 θαυμαστές συγκεντρώθηκαν για ια γιορτή στην μνήμη του. Και όλα αυτά για έναν άνθρωπο που τραγούδησε μόνο σε τρεις όπερες σε ολόκληρη την ζωή του.
Στους θαυμαστές του Mario Lanza περιλαμβάνονται οι Sinatra, Presley, Schipa, Kousevitsky, Tebaldi, Tucker, Kirsten, Albanese.
Ο ίδιος είχε δηλώσει “Τραγουδώ από την καρδιά…ερμηνεύω τα λόγια του τραγουδιού και πραγματικά τα νιώθω, από την κορυφή του κεφαλιου μου ως τις άκρες των ποδιών μου…Τραγουδώ σα να εξαρτάται η ζωή μου από αυτό και αν ποτέ σταματήσω να το κάνω αυτό τότε θα σταματήσω να ζω”.
Οι επιτυχίες του Mario Lanza στις ΗΠΑ
1. BE MY LOVE
w Sammy Cahn m Nicholas Brodszky (1949) RCA Victor 78-1561


Η πρώτη δισκογραφική επιτυχία του Mario Lanza, το “Be my love”, έγινε και ο πρώτος δίσκος του που πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα – για την ακρίβεια ξεπέρασε τα δύο εκατομμύρια. Οι Cahn-Brodszky το έγραψαν για την ταινία του 1950 “The toast of New Orleans” (“Τα αηδόνια κάνουν σερενάτα”) όπου πρωταγωνιστούσαν οι Mario Lanza, Kathryn Grayson, David Niven, J. Carrol Naish και σ’ έναν μικρό ρόλο η Rita Moreno. Στο φιλμ ο Lanza το τραγουδά μαζί με την Grayson, ενώ τους παρακολουθεί με φθόνο ο Niven. Όταν το 1959 το κυκλοφόρησε σε δίσκο η RCA Victor, με την ετικέτα των εκδόσεων κλασικής μουσικής Red Seal, έγινε Νο 1 στις ΗΠΑ, για μια εβδομάδα, ενώ για 34 εβδομάδες ήταν ανάμεσα στον κατάλογο με τις μεγαλύτερες επιτυχίες. Λίγο καιρό αργότερα κρίνεται υποψήφιο για βραβείο Όσκαρ και γίνεται το μουσικό θέμα του ραδιοφωνικού προγράμματος “The Mario Lanza Show for Coca Cola” που φιλοξενούσε το δίκτυο CBS.

To 1951 άλλες δύο εκτελέσεις έκαναν την εμφάνισή τους σε δίσκο, από την ορχήστρα Ray Anthony και από τον βαρύτονο Billy Eckstine, με πολύ μικρότερη απήχηση. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη σύνθεση ηχογράφησαν, μεταξύ άλλων, οι Guy Lombardo, Keely Smith, Bobby Vinton, Connie Francis, Gloria Lynne, Jerry Vale, Andy Williams, Placido Domingo.
To 1952 στην ταινία “Because you’re mine” (“Μπελλα Γρανάδα”) όπου επίσης πρωταγωνιστεί ο Mario Lanza, το ερμηνεύει από το τηλέφωνο η Doretta Morrow, ενώ στο φιλμ του 1964 “Looking for love” το αποδίδει η Connie Francis.

Στην ηχογράφηση του Lanza τον συνοδεύουν η ορχήστρα Ray Sinatra και οι φωνές του Jeff Alexander Choir.
2. VESTI LA GIUBBA
wm Ruggero Leoncavallo (1892) RCA Victor 3228


Ο Ιταλός συνθέτης Ruggero Leoncavallo (1858-1919) έπαιζε πιάνο σε εστιατόρια ως την ημέρα που έγινε επιτυχία η δημιουργία του “I pagliacci” (1892), που τον έκανε αθάνατο, αν και τα μεταγενέστερα έργα του (όπερες, οπερέτες, μπαλέτα κλπ) δεν είχαν την ίδια απήχηση. Το “Vesti la giubba” είναι η άρια του τενόρου Canio στην πρώτη πράξη των “Παλιάτσων”, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υποδύεται τον γελωτοποιό, ενώ η καρδιά του είναι ραγισμένη. Η δίπρακτη όπερα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μιλάνο στις 21 Μαίου 1892.

Πρώτος ηχογράφησε και έκανε επιτυχία σε δίσκους την άρια ο Enrico Caruso – το 1904 (είναι ο πρώτος δίσκος που πουλάει περισσότερο από ένα εκατομμύριο αντίτυπα) και σε νέα εκτέλεση το 1907. Ο Mario Lanza, υποδυόμενος τον Caruso στην ταινία “The Great Caruso” (“Ο μέγας Καρούζο”) το 1951, ερμηνεύει σε μια σκηνή τη σύνθεση. Σε δίσκους την ηχογραφεί την ίδια χρονιά, με διευθυντή ορχήστρας τον Constantine Callinicos και την κάνει επιτυχία.
Οι δύο πιο γνωστές κινηματογραφικές εκδόσεις της όπερας “Pagliacci” είναι η βρετανική παραγωγή του 1936 (“A clown must laugh”) και η ιταλική του 1948. Στην πρώτη, σε σκηνοθεσία Karl Grune, πρωταγωνιστούν οι Richard Tauber, Steffi Duna, Diana Napier, Arthur Margetson, Esmond Knight, Jerry Verno. Στη δεύτερη, σε σκηνοθεσία Mario Costa, πρωταγωνιστούν οι Tito Gobbi, Afro Poli (τραγουδά ο Galliano Masini), Gina Lollobrigida (τραγουδά η Onella Fineschi), Filippo Morucci (τραγουδά ο Gino Simimberghi)
3. THE LOVELIEST NIGHT OF THE YEAR
w Paul Francis Webster m Irving Aaronson (1888) RCA Victor 3300

Ο φερόμενος ως συνθέτης Aaronson (1895-1963) είχε δική του ορχήστρα με πέντε δισκογραφικές επιτυχίες από το 1927-34. Από το 1929 έως το 1933 από την μπάντα του πέρασαν μουσικοί όπως ο Artie Shaw, ο Tony Pastor και ο Gene Krupa. Αργότερα έγινε μουσικός επιθεωρητής των ταινιών της MGM. Στο “The loveliest night of the year” o Aaronson διασκευάζει το βαλς του Μεξικανού Juventino P. Rosas (1868-94) “Over the waves” (1888), γνωστό ως “Sobre las olas” με το οποίο επενδύει μια σκηνή όπου χορεύει βαλς με τον Mario Lanza - και του το τραγουδά - η Ann Blyth. Σε δίσκους το έκανε επιτυχία ο ίδιος ο Lanza (1951), πουλώντας μάλιστα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Τη σύνθεση ηχογράφησαν, επίσης, οι Connie Francis, Al Martino, Helen O’ Connell, Ethel Smith, κα.

Σε περισσότερες από 70 ταινίες του Χόλλυγουντ είναι απλωμένες οι στιχουργικές δημιουργίες του Paul Francis Webster (1907-84). Μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια με δικούς του στίχους είναι τα: “Love is a many splendored thing” (1955 – βραβείο Όσκαρ), “Friendly persuasion” (1956), “A very precious love” (1958), “Somewhere my love” (1956), “A time for love” (1968).

Την ορχήστρα που συνοδεύει τον Lanza στο “The loveliest night of the year” διευθύνει ο Constantine Callinicos.
4. BECAUSE
w Edward Teschemacher m Guy d’ Hardelot (1902) RCA Victor 3207

H Helen Guy, που γεννήθηκε στο Hardelot της Βουλώνης το 1858 και πέθανε στο Λονδίνο το 1936, όταν παντρεύτηκε έγινε κα W. I. Rhodes κι όταν άρχισε να γράφει τραγούδια χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Guy d’ Hardelot. Δημιουργίες της ερμήνευσαν οι Nellie Melba, Emma Calve, Pol Henri Plancon, Victor Maurel, κα. Σπούδασε στο Ωδείο των Παρισίων. Περιόδευσε στις ΗΠΑ με τη Γαλλίδα υψίφωνο E. Calve (1858-1942) το 1896. Μετά το γάμο της εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο.

Ο στιχουργός Edward Teschemacher (1876-1940) έγραψε, μεταξύ άλλων, τους στίχους της “Mattinata”, που συνέθεσε το 1904 ο Ruggiero Leoncavallo. Στην ηχογράφηση του Mario Lanza την ορχήστρα διευθύνει ο Constantine Callinicos.

To “Because” έγινε για πρώτη φορά επιτυχία σε δίσκους από τον Αμερικανό τενόρο Evan Williams (1910) και στη συνέχεια από τους Enrico Caruso (1913), Perry Como (1948) και Mario Lanza (1951). Επίσης, το έκαναν επιτυχία με τίτλο “One love, one heart” οι Four Coins (1959). Η σύνθεση ηχογραφήθηκε, ακόμα, από τους John McCormack, Nelson Eddy, Lauritz Melchior, Rise Stevens, Helen Traubel, Deanna Durbin, κα. Άρια ιδανική για κοντσέρτα κυκλοφόρησε συνολικά σε περισσότερες από πενήντα εκτελέσεις.

Στις ταινίες του 1939 “Three smart girls grow up” (“Τα τρία κορίτσια μεγαλώνουν”) ερμηνεύτηκε από την Deanna Durbin, του 1945 “Thrill of a romance” (“Η βασίλισσα των κυμάτων”) από άγνωστο τραγουδιστή, του 1951 “The Great Caruso” (“Ο Μέγας Καρούζο”) από τον Mario Lanza, του 1953 “The stars are singing” (“Σερενάτα στ’ άστρα”) από τον Lauritz Melchior.
5. BECAUSE YOU’ RE MINE
w Sammy Cahn m Nicholas Brodsky (1951) RCA Victor 3914

Το 1949 οι Cahn – Brodsky έδωσαν στον Mario Lanza την πρώτη επιτυχία του. Το “Because you’re mine” του 1951 ήταν μια νέα προσπάθεια, στο ίδιο ρομαντικό κλίμα, που απέδωσε. Πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα (1952) κι ακόμα έγινε επιτυχία από τον Nat “King” Cole (1952). Ακολούθησαν κι άλλες ηχογραφήσεις από τραγουδιστές όπως οι Al Martino, Jerry Vale, Jimmy Roselli, Placido Domingo.

Το “Because you’re mine” προέρχεται απ’ την ομώνυμη ταινία του 1952 (στα ελληνικά τιτλοφορήθηκε “Μπέλλα Γρανάδα”), όπου πρωταγωνιστούν oι Mario Lanza, James Whitmore, Doretta Morrow, Dean Miller, Paula Corday, Jeff Donnell, Bobby Van, κα. Στο φιλμ το “Because you’re mine” ερμηνεύεται, βέβαια, από τον Lanza, ο οποίος στην ηχογράφηση του δίσκου συνοδεύεται από την Jeff Alexander Choir και ορχήστρα που διευθύνει ο Constantine Callinicos. Το τραγούδι ήταν υποψήφιο για Όσκαρ, το οποίο απέσπασε, τελικά, το “High noon” από την ομώνυμη ταινία (“Το τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές”).

O Sammy Cahn ήταν 26 φορές υποψήφιος για Όσκαρ, ο Nicholas Brodsky πέντε φορές και μαζί δύο φορές για τα “Wonder why” (1951) και “I’ll never stop loving you” (1955).

Ο πρώτος κέρδισε Όσκαρ το 1954 για το “Three coins in the fountain” από την ομώνυμη ταινία (“Πιστεύουμε στον έρωτα”), το 1957 για το “All the way” από το “The joker is wild” (“Χαρτοπαίκτης τραγουδιστής”), το 1959 για το “High hopes” από το “A hole in the head” (“Μια τρύπα στο κεφάλι”), το 1963 για το “Call me irresponsible” από το “Papa’s delicate condition” (“Όταν ο μπαμπάς διασκεδάζει”).
6. SONG OF INDIA
w Johnny Mercer m Nikolay Rimsky-Korsakov (1897) RCA Victor 4209

“Sadko” ήταν η επωνυμία μιας “συμφωνικής εικόνας” για ορχήστρα που συνέθεσε ο Ρώσος Nikolay Rimsky – Korsakov (1844-1908) το 1861 και αναθεώρησε το 1869 και το 1891. Το 1894-96 αναπτύσσοντας το έργο του ο συνθέτης έγραψε μια όπερα με το ίδιο τίτλο, που εκτείνεται σε επτά σκηνές. Το λιμπρέτο ήταν δικό του και του V. I. Belsky. Το 1898 δίνεται η πρεμιέρα της όπερας στη Μόσχα, το 1930 στην Metropolitan της Νέας Υόρκης και το 1931 στο Λονδίνο.
Απ’ αυτήν την όπερα προέρχεται το “Chanson Indoue” ή “Song of India” που έκαναν επιτυχία σε δίσκους οι Paul Whiteman (1921), Tommy Dorsey (1937-και σε επανέκδοση-1943), Glen Gray (1938) και Mario Lanza (1953). O Lanza είχε τη μοναδική φωνητική εκτέλεση, σε στίχους και διασκευή του Johnny Mercer , με διευθυντή ορχήστρας τον Constantine Callinicos και χορωδία.

Η σύνθεση ηχογραφήθηκε επίσης, από τους Andre Costelanetz, Three Suns, Enoch Light, Percy Faith, Les & Larry Elgart, Clark Sisters, Boston Pops Orchestra, κα.

Ακούγεται στις ταινίες: “Romance in the dark” (1938-“Νυκτερινό ρομάντσο”), “Las Vegas nights” (1941) από την ορχήστρα Tommy Dorsey, “Song of Scheherazade” (1947-“Σεχραζάτ”) από τον Charles Kullman (κόπηκε από την αρχική κόπια), “The Gene Krupa story” (1959-“Γεννήθηκε ένα αστέρι”)
7. DRINK, DRINK, DRINK
w Dorothy Donnelly m Sigmund Romberg (1924) RCA Victor 4220

Για την οπερέτα “The student prince in Heidelberg” (1924) έγραψαν η Dorothy Donnelly και ο Sigmund Romberg το “Drinking song” ή “Drink, drink, drink”.
Η Donnelly έγραψε τα κείμενα βασισμένη στο θεατρικό έργο “Old Heidelberg” του Rudolf Bleichman που κι αυτός με τη σειρά του διασκεύασε το γερμανικό θεατρικό έργο “Alt heidelberg”, που ο Wilhelm Meyer-Forster ανέπτυξε με βάση τη δική ιστορία “Karl Heinrich”. Η πρεμιέρα δόθηκε στη Νέα Υόρκη το 1924, ενώ στο Λονδίνο μεταφέρθηκε δύο χρόνια αργότερα. Στον κινηματογράφο παίχτηκε με πρωταγωνιστές τους Ramon Novarro και Norma Shearer (1927) και με τους Edmund Purdom (ντουμπλαρισμένο φωνητικά από τον Mario Lanza) και την Ann Blyth (1954).

To “Drink, drink, drink” που είναι ένα τραγούδι οινοποσίας, ερμηνεύτηκε και στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο από τον Raymond Marlowe. Είναι γραμμένο στην παράδοση των τραγουδιών οινοποσίας “brindisi” (στα ιταλικά “πρόποση”) που κοσμούν όπερες όπως “Lucrezia Borgia” του Donizetti, “Macbeth”, “Traviata” και “Otello” του Verdi, “Cavalleria rusticana” του Mascagni.

O Mario Lanza ήταν ο μόνος που έκανε επιτυχία τη σύνθεση (1954), παράλληλα με την προβολή της ταινίας “The student prince” (“Ο πρίγκηψ φοιτητής”) όπου χρησιμοποιήθηκε η φωνή του. Το τραγούδι κυκλοφόρησε τότε με τον Lanza σε δίσκο 45 στροφών (την ορχήστρα διευθύνει ο C. Callinikos), αλλά περιλήφθηκε και στο άλμπουμ “The student prince and other great musical comedies” που κέρδισε χρυσό δίσκο το 1960 και έως το 1961 είχε πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, ενώ παρέμεινε για 36 εβδομάδες στο Νο 1 των ΗΠΑ.

Η ζωή του S. Romberg έγινε ταινία με τίτλο “Deep in my heart” (“Βαθιά μεσ’ στην καρδιά μου”-1954) και τον Jose Ferrer στο ρόλο του συνθέτη.
8. EARTHBOUND
wm Jack Taylor, Clive Richardson, Bob Musel (1956) RCA Victor 6644

Την ίδια χρονιά που έγραψαν το “Earthbound” οι Taylor-Musel έδωσαν άλλη μια επιτυχία, το “Band of gold”, που ξεχώρισε στις εκτελέσεις των Don Cherry και Kit Carson. To “Earthbound” έγινε επιτυχία σε δύο εκτελέσεις, με τον Sammy Davis Jr. και τον Mario Lanza-και οι δύο το 1956.

Τον Mario Lanza συνοδεύει η ορχήστρα Henri Rene και η Jeff Alexander Choir. Ο Rene, που γεννήθηκε το 1906 στη Νέα Υόρκη, από Γερμανό πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, όταν ήταν μικρός και για επτά χρόνια σπούδασε στην Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Βερολίνου. Από το 1936 στις ΗΠΑ αναλαμβάνει διευθυντής διεθνούς ρεπερτορίου της RCA και μετά το 1945 μουσικός διευθυντής της ίδιας εταιρίας. Εργάστηκε ως ενορχηστρωτής και διευθυντής ορχήστρας, συνοδεύοντας τους Perry Como, Maurice Chevalier, Mindy Carson, Dinah Shore, Tony Martin, Howard Keel, Earth Kitt, Gogi Grant, κα. Στο τέλος του 1957 έφυγε από την RCA. Η ορχήστρα του είχε έξι επιτυχίες σε δίσκους, από το 1940-56, με μεγαλύτερη “The happy wanderer”.

To “Earthbound” κυκλοφόρησε το 1956 σε δίσκο 45 στροφών και περιλαμβάνεται μαζί με τα “Arrivederci Roma”, “Come dance with me”, “Do you wonder”, Jezebel/Memories are made of this/Temptation/When the saints go marching in”, “Lolita”, “Love in a home”, “My destiny”, “Never till now”, “Serenade”, “Seven hills of Rome”, “There’s gonna be a party tonight”, “Questa o quella” στο άλμπουμ του 1958 “Seven hills of Rome”.
9. ARRIVEDERCI ROMA
wm S. Giovannini, P. Garinei, Renato Rascel (1954) RCA Victor 7164

Δημοφιλέστατος τραγουδιστής και κωμικός στην Ιταλία ο Renato Rascel (ή Ranucci, όπως είναι το πραγματικό του επίθετο) έγραψε και έκανε πρώτος επιτυχία το “Arrivederci Roma” (1954) και αργότερα επανέλαβε την χρυσή συνταγή στην πατρίδα του με τα “Vogliamoci tanto bene” (1957) και “Romantica” (1960). Η σύνθεση του “Arrivederci Roma” φθάνει στις ΗΠΑ το 1955, όπου πρώτοι την παρουσιάζουν οι Three Suns, αλλά γνωρίζει εμπορική επιτυχία από τους Georgia Gibbs (1955), Roger Williams (1958), Mario Lanza (1958). Οι αγγλικοί στίχοι οφείλονται στους Carl Sigman-Jack Fishman. Ακολουθούν ηχογραφήσεις από τους Nat “King” Cole, Lester Lanin, Mantovani, Connie Francis, Arthur Lyman, Dean Martin, Tony Mottola, Sergio Franchi, Jerry Vale, Tommy Garrett, Enoch Light, Johnny Mathis, Perry Como, Lys Assia, Anne Shelton, και στη Γαλλία το 1956 γίνεται “Aure revoir Rome”, και ηχογραφείται από τους Lucienne Delyte, Tino Rossi, Andre Dassary, ενώ στην Ιταλία αρέσει και η εκτέλεση της Nilla Pizzi (1956).

To “Arrivederci Roma” τραγούδησε ο Mario Lanza στην ταινία του 1958 “Seven hills to Rome” (“Οι 7 λόφοι της Ρώμης”) μαζί με την Luisa Di Meo. Την ορχήστρα διευθύνει ο George Stoll. Στην ίδια ταινία ακούγονται “Come dance with me”, “Lolita”, “The seven hills of Rome”, “Italiano calypso”, “Questa o quella” (“Rigoletto”), και το medley “Temptation”, “Jezebel”, “Memories are made of this”, “When the saints go marching in”. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι: Mario Lanza, Peggie Castle, Marisa Allasio, Renato Rascel, Rosella Como.

Η μελωδία ακούγεται, μεταξύ άλλων, στις ταινίες “La dolce vita” (1960) και “Rome adventure” (1962).
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Οι επιτυχίες του M. Lanza από το 1949-64



45 στροφες

1/51
“Be my love”
21/51
“Vesti la giubba”
3/51
“The loveliest night of the year”
16/51
“Because”
7/52
“Because you’re mine”
20/53
“Song of India”
21/54
“Drink, drink, drink”
53/56
“Earthbound”
97/58
“Arrivederci Roma”





33 στροφες

2/49
“That midnight kiss”
1/51
“The great Caruso”
1/51
“Christmas songs”
1/52
“Because you’re mine”
5/52
“Christmas songs” (επανέκδοση)
1/54
“The student prince”
9/56
“Serenade”
7/58
“Seven hills of Rome”
5/59
“For the first time”
4/59
“Lanza sings Christmas carols”
4/60
“Mario Lanza sings Caruso favorites
67/61
“Lanza sings Christmas carols” (επανέκδοση)
64/62
“I’ll walk with God”
87/64
“The best of Mario Lanza”


ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ


1949

“That midnight kiss”
“Το φιλί του μεσονυκτίου”

1950

“The toast of New Orleans”
“Τα αηδόνια κάνουν σερενάτα”

1951

“The great Caruso”
“Ο μέγας Caruso”

1952

“Because you’re mine”
“Μπέλλα Γρανάδα”

1954

“The student prince” (ακούγεται μόνο η φωνή του Mario Lanza)
“Πρίγκηψ φοιτητής”

1956

“Serenade”
“Σερενάτα”

1958

“Seven hills of Rome” ή “Arrivederci Roma”
“Οι 7 λόφοι της Ρώμης”

1959
“For the first time” ή “Come prima”
“Πριμαβέρα”

Επίσης:
1944

“Winged victory” (ως μέλος χορωδίας)

1950
“Moments in music” (10λεπτο ασπρόμαυρο φιλμ με 16 διάσημους καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων ο M. Lanza, που εμφανίζεται ανώνυμα. Στόχος του φίλμ να συνειδητοποιήσει το κοινό ότι όποιο είδος μουσικής και αν προτιμούν θα το βρουν στον κινηματογράφο)

1974
“That’s entertainment” (στο “Be my love” από την ταινία “The best of New Orleans” που ερμηνεύει με την Κathryn Grayson)
“Μια φορά στο Χόλλυγουντ”

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009

*Μονο δυο γνωστα στο ευρυτερο κοινο από το ρεπερτοριο Σουμπερτ στο ρεσιταλ που εδωσε η Χουλια Μιγκενες στο Βασιλικο Θεατρο Θεσσαλονικης στις 20 Σεπτεμβριου.Μαζυ της ως αφηγητης ηταν ο ηθοποιος Πολυδωρος Βογιατζης.Στις 9 Οκτωβριου στην Βιεννη η Μιγκενες θα παρ§ουσιασει τα τραγουδια του νεου της αλμπουμ Hollywood divas.Kαι στις 30 Οκτωβριου στην Λυων θα ερμηνευσει Carmen.
*Ο ιδρυτης,μαζυ με τον Κυριακο Μαραβελια,της δισκογραφικης εταιρειας «Λυρα» Αλεκος Πατσιφας (1912-81) γεννηθηκε στην Αλεξανδρεια της Αιγυπτου.
*40 χρονια περασαν από την συναυλια της Dalida στην Θεσσαλονικη (14 Σεπτεμβριου 1969).Μαζυ της,στο δευτερο μερος εμφανισθηκε η Βικυ Λεανδρος.Την συναυλια παρουσιασε ο ειλικρινως υμετερος.

Ο πολιτισμός του περιθωρίου

Ο πολιτισμός του περιθωρίου είναι κατ’αρχήν ο πνευματικός πολιτισμός (ή κουλτούρα) που αναπτύσσεται σε μια κοινωνική ομάδα η οποία έχει υποχρεωθεί να ζει παραγκωνισμένη, παραμερισμένη, αποτραβηγμένη, χωρίς ενεργό ανάμιξη σε ποικίλες δραστηριότητες.
Κυρίως μετά την περιθωριοποίηση η ομάδα αυτή – αλλά και τα μεμονωμένα άτομα που την αποτελούν – παραβιάζει τους θεσμοθετημένους κανόνες και κανονισμούς και αναπτύσσει τις δικές της πολιτισμικές αξίες, που συνήθως είναι απρόβλεπτες στην έκφραση και στην εξέλιξη τους. Εάν περιοριστούμε στον χώρο της μουσικής, από τον 19ο αιώνα έχουμε ένα ισχυρό μουσικό κίνημα που γεννιέται στα χρόνια της δουλείας των Αφρικανών – Αμερικανών στις ΗΠΑ. Είναι τα blues που ψιθυρίζουν οι μαύροι μέτοικοι – δούλοι κι εκφράζουν με αυτά απόψεις και προβληματισμούς, μιλούν για τις δυσκολίες της ζωής, αλλά και αντλούν μέσω αυτών δύναμη από το Θεό. Οι ρυθμοί έχουν ρίζες στην Αφρική, αλλά τα τραγούδια γίνονται λαϊκή μουσική, που χαρακτηρίζονται από την μελαγχολία των στίχων. Είναι τραγούδια διαμαρτυρίας, που πρωτοεμφανίστηκαν στην εποχή του Σαίξπηρ στην Αγγλία.
Σήμερα η μετεξέλιξη των τραγουδιών αυτών είναι οι δημιουργίες με μήνυμα. Και τότε και τώρα παραμένουν απλά στην δομή, διότι στόχος τους είναι να αποτελούν εύκολα μέσα επικοινωνίας, μεταφοράς απόψεων.
Το τραγούδι διαμαρτυρίας στην σύγχρονη μορφή του ταυτίζεται με την βιομηχανική ανέλιξη και γίνεται σημαντικό στις πολιτικές διαμάχες της δεκαετίας του ’30, τροφοδοτούμενο στις ΗΠΑ από την οικονομική ύφεση, το εργατικό κίνημα και την ανάπτυξη των κομμουνιστικών κομμάτων.
Τα εργατικά τραγούδια διαμαρτυρίας προσέφεραν μια ιδεολογική στήριξη μέσω των στίχων και των συναισθημάτων αλληλεγγύης στην ομαδική εκτέλεση.
Τα μπλουζ αποτέλεσαν την μήτρα όλων των σύγχρονων μουσικών ρευμάτων που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ στον 20ο αιώνα και συνεχίζονται ή εξελίσσονται ή μεταλλάσσονται ως τις ημέρες μας. Από τα blues επηρεάστηκαν το rock n’ roll και τα reggae, τα punk, rap, hip hop και τα rave. “Τα μπλουζ; Είναι η μητέρα της αμερικάνικης μουσικής. Αυτό είναι – η πηγή” δήλωσε το 1992 ο διάσημος μουσικός B.B. King. Οι συνθήκες, όμως, μέσα στις οποίες αναπτύχθηκαν τα blues, κάθε άλλο παρά ιδανικές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Ήταν ένα περιθωριακό είδος μουσικής, που οι νέγροι σολίστ ερμήνευαν σε καταγώγια, υπόγειες αίθουσες χωρίς εξαερισμό, γεμάτες καπνούς (πολλές φορές από τη χρήση ναρκωτικών) όπου σέρβιραν ποτά νοθευμένα. Στα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης ήταν ακόμα πιο κλειστοί χώροι, όπου η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική.
Στην Ελλάδα παράλληλη είναι η ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού, που και αυτό γεννήθηκε τον 19ο αιώνα, αλλά με αστική προέλευση. Ξεκινάει από καταγώγια και κακόφημες περιοχές και σιγά – σιγά σκαρφαλώνει στην προτίμηση όλων των κοινωνικών τάξεων. Στην αρχή ως απαγορευμένο είδος μουσικής, με περιθωριακούς μουσικούς, έμελλε να επιβιώνει σε ανήλιαγα υπόγεια, υγρά και καπνισμένα, όπου το τσίπουρο, η ρετσίνα, το κρασί και τα ναρκωτικά είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ τα τραγούδια χάνονταν μέσα στην οχλαγωγία των μεθυσμένων – ζαλισμένων πελατών που είχαν σχέση με την παρανομία. Λίγοι ήταν τότε αυτοί που πρόσεχαν τους στίχους, όπου οι ερμηνευτές εκφράζανε λύπη, απελπισία και έκαναν μανιφέστα διαμαρτυρίας.
Είναι δύσκολο στην σύντομη αυτή μελέτη να προχωρήσουμε σε κοινωνιολογικές εκτιμήσεις και βαθύτερες αναλύσεις, αλλά σίγουρα ένας μικρός οδηγός για την ιστορία των πιο γνωστών μορφών τραγουδιών διαμαρτυρίας ή μηνυμάτων είναι χρήσιμος και πρακτικός για την κατανόηση της εξέλιξης της μουσικής αλλά και των ομοιοτήτων του προπάτορα του rock n’ roll, (καθώς και των reggae, punk, rap και hip hop, rave) δηλαδή των blues με τα ρεμπέτικα.
BLUES

Τα blues είναι, ουσιαστικά, φολκλορική μουσική των μαύρων Αμερικανών, που οι ρίζες τους ξεκινούν από την Αφρική. Απροσδιόριστος παραμένει ως σήμερα ο χρόνος και ο τόπος γέννησης, αν και υπάρχουν μαρτυρίες ταξιδιωτών ότι άκουσαν blues στις αρχές του 19ου αιώνα στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ.
Σίγουρα αποτελούν εξέλιξη των θρησκευτικών τραγουδιών (spirituals), των τραγουδιών που ακούγονταν στους χώρους εργασίας και των κομματιών (οργανικών ή φωνητικών) που συνόδευαν εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής των αγροτών και τραγουδούσαν ή εκτελούσαν Αφρικανοί – Αμερικανοί.
Τα τραγούδια αυτά στην πλειοψηφία τους μεταφέρουν στις νεώτερες γενιές την χρόνια απελπισία, απογοήτευση, διαμαρτυρία στα χρόνια της δουλείας. Και κάπου – κάπου υπάρχουν εξαιρέσεις όπου οι στίχοι δεν στάζουν θλίψη, πίκρα και συμβιβασμό.
Τα blues αποτελούν έκφραση κουλτούρας των Αφρικανών – Αμερικανών που αναπτύχθηκαν ολοκληρωτικά από τους μαύρους, οι οποίοι συμπεριέλαβαν στοιχεία μελωδικά και ρυθμικά από την Αφρική.
Στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα οι λευκοί Αμερικανοί ανακαλύπτουν την «αυθεντικότητα» της μουσικής. Την μελετούν, την διασκευάζουν, την διασταυρώνουν με άλλα είδη. Από τα blues προήλθαν άλλες φόρμες μαύρης μουσικής, όπως race, rhythm and blues, soul black, rock n’ roll, rap.
Η εξάπλωση των blues εκτός ΗΠΑ, οφείλεται κατά κύριο λόγο στους λευκούς μουσικούς που δημιούργησαν παγκόσμιο ενδιαφέρον για το είδος αυτό της μελωδικής έκφρασης.
Τα τραγούδια αυτά κατέγραψαν τα αισθήματα των μαύρων, περιγράφουν τον κόσμο τους, τα πιο σημαντικά γεγονότα και σταθμούς στην ζωή τους. Ο πόνος, η λύπη, η χαρά, το χιούμορ εναλλάσσονται δίνοντας την πεμπτουσία έκφρασης της Αφρικανο-Αμερικάνικης εμπειρίας.
Μετά το 1900 τα blues αποκτούν εμπορική αξία. Η Ma Rainey είναι από τις πιο φημισμένες ερμηνεύτριες του είδους, ενώ ο W.C. Handy συνθέτει το 1914 το πιο πολυηχογραφημένο τραγούδι blues στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα, το “St. Louis Blues”. Οι Bessie Smith, Ethel Waters, Robert Johnson, Willie Mae, “Big Mama” Thornton, Billie Holliday ήταν μερικοί από τους εκφραστές της μουσικής, η οποία αργότερα πέρασε στα τραγούδια των Chuck Berry, Fats Domino, Beatles, Bob Dylan, B.B. King, Mick Jagger, Robert Plant, Eric Clapton, Jimi Hendrix, U2 κ.α.
REGGAE

H Jamaica είναι η πατρίδα των ρυθμών reggae. Το νησί της Καραβαϊκής, που ανακαλύφθηκε το 1492 από τον Χριστόφορο Κολόμβο, έχει εξαιρετικά πλούσια φολκλορική παράδοση, που προέρχεται από ευρύτατη γκάμα δημιουργικών πηγών, με ίχνη από την Αφρικανική, Βρετανική, Ιρλανδική και Ισπανική μουσική και ήχους αντικομφορμιστικούς.
Οι ρυθμοί reggae προέρχονται από το calypso της Trinidad, τα ska και mento. Στην 10ετία του ’50 κυριαρχούσε στην Jamaica το mento, που έχει πολλά κοινά σημεία με τα calypso και soca. Στις αρχές της 10ετίας του ’60 ξεθωριάζει η δημοτικότητα των mento, που δίνουν τη θέση τους σε ένα νέο μουσικό στυλ, το ska, το οποίο σαφώς επηρεάστηκε από τα mento, rhythm & blues, jazz, rock n’ roll. Από το 1965 και μετά το ska εκτοπίζεται από το rocksteady, πρωτογενές είδος reggae. Τα ska και τα reggae έχουν ομοιότητες αν και τα reggae διαθέτουν πιο αργή μουσική και λιγότερο επηρεασμένη από την τζαζ. Ένα άλλο είδος που προηγήθηκε των reggae ήταν το blue beat.
Πριν γίνουν δημοφιλείς οι ρυθμοί reggae, στην 10ετία του ’60, είχαν επαναστατικό χαρακτήρα, αποτελώντας πάντα ένα ιδίωμα έκφρασης των μαύρων Τζαμαϊκανών, ένα είδος κοινωνικής διαμαρτυρίας. Οι στίχοι μιλούσαν για φτώχια και το Τζαμαϊκανό θρησκευτικό κίνημα Rastafarianism.
Η εξέλιξη του reggae και η αποδοχή του από τους πιο διάσημους καλλιτέχνες της ποπ οφείλεται στον Bob Marley, που το έφερε πιο κοντά στο ευρύ κοινό, διατηρώντας τα στοιχεία διαμαρτυρίας, με τραγούδια όπως “Duppy conqueror” και “No woman, no cry”. Τον ακολούθησε ο Jimmy Cliff που έκανε επιτυχίες όπως το “Wonderful world, beautiful people” (1969). Στα τέλη της 10ετίας του ’60 τα reggae βρίσκουν δεύτερη πατρίδα στην φιλόξενη Βρετανία, που τα αποδέχεται, τα διαδίδει, τα προωθεί. Τα reggae βαθμηδόν επηρεάζουν την rock μουσική.
Ο δημοφιλέστερος ερμηνευτής reggae όλων των εποχών ο Bob Marley, ήταν Rastafarian, που μέσω των κοινωνικο-πολιτικών του τραγουδιών περνούσε μηνύματα, από την εποχή των Wailers (B. Marley, Peter Tosh, Bunny Wailer). Rastafarian είναι ένα μέλος της θρησκείας των Τζαμαϊκανών που θεωρούν Θεό τον Ras Tafari, τον πρώτο αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Haile Selassie.
PUNK

Ο όρος punk (με διάφορες ερμηνείες όπως σάπιος, ανάξιος, ασήμαντος, τιποτένιος έως επιθετικός και απειλητικός) αποδίδεται για πρώτη φορά σε νεανικά συγκροτήματα των ΗΠΑ, που εμφανίσθηκαν στην 10ετία του ’60. Ήταν αυτά που ξαναπήγαν στις ρίζες του rock n’ roll (τρεις χορδές και απλή μελωδία). Στην αρχή ήταν μια αντίδραση – επανάσταση στα ευρύτερα αποδεκτά είδη μουσικής και σε καλλιτέχνες, όπως οι Beatles και οι Rolling Stones.
To punk rock στο ξεκίνημα του είχε εκπροσώπους όπως οι Velvet Underground, New York Dolls, Stooges (garage rock έγραφε η μουσική ταυτότητα τους). Στα μέσα της 10ετίας του ’70 το punk κερδίζει το εφηβικό κοινό, όταν αρχίζει να ενοχλεί με την συμπεριφορά, εμφάνιση, θόρυβο, προκλητική γλώσσα, εκφράζοντας απογοήτευση και οργή εναντίον κάθε μορφής κατεστημένου.
Στη Νέα Υόρκη το πρώτο συγκρότημα punk ήταν οι Ramones, στο Λονδίνο οι Sex Pistols. Οι πρώτοι βασίζονταν σε πιο γρήγορους ρυθμούς και στο στυλ bubblegum, ενώ οι δεύτεροι έδωσαν το απειλητικό μήνυμα τους “Anarchy in the UK” (1967).
H punk βρήκε πολύ πιο πρόσφορο έδαφος στην Βρετανία, όπου για ένα διάστημα θεωρήθηκε επικίνδυνη για την μοναρχία και την κυβέρνηση. Ακολούθησαν δεκάδες συγκροτήματα με μηνύματα που εκδήλωναν αντίθεση σε κάθε συντηρητική έκφραση της κοινωνίας. Ήταν οι Buzzcocks, Clash, Wire, Joy Division, Damned, Jam, Siouxsie & the Banshees, Blondie, Boomtown Rats, Stranglers, Television, κ.α.
Σιγά – σιγά το μουσικό αυτό ιδίωμα άρχισε να διαφοροποιείται σε post punk, new wave, hardcore. Στα τέλη της 10ετίας του ’70 το punk πέρασε στα χέρια ερασιτεχνικών γκρουπ, που όλα είχαν τον ίδιο ήχο και χιλιοειπωμένα μηνύματα, για τα οποία το κοινό έδειξε να αδιαφορεί.

RAP

Στο τέλος του 1979, οι Sugarhill Gang, ένα τριμελές γκρουπ από το Χάρλεμ εισβάλλει στο χιτ παραιηντ των ΗΠΑ με ένα τραγούδι που εμπεριέχει riff από το “Good times” των Chic. Είναι το χορευτικό “Rapper’s Delight” που αποτελεί το πρώτο εμπορικό τραγούδι rap – το μουσικό ιδίωμα που θα καθιερωνόταν ως το πιο σημαντικό στις δεκαετίες του ’80 και ’90.
Το rap είχε απήχηση από την πρώτη στιγμή στους μαύρους και Λατίνους της Νέας Υόρκης πριν αγκαλιάσει όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από χορευτική μουσική για breakdance έγινε rap όταν οι διάφοροι τελετάρχες / disc jockey (master of ceremonies) άρχισαν να απαγγέλλουν ποιήματα του δρόμου με ισχυρά κοινωνικά μηνύματα και μουσική υπόκρουση με κυρίαρχο στοιχείο τα κρουστά.
Το μουσικό αυτό ιδίωμα συνεχίστηκε και στην 10ετία του ’80, περισσότερο ως κοινωνικό φαινόμενο, εξυπηρετώντας τον κόσμο της διαφήμισης και ως εφηβικό μέσο επικοινωνίας. Βοήθηκε από την αρχή από την απλοποίηση της παραγωγής του. Για να γίνει η μουσική χρειάζεται φθηνά μηχανήματα, μερικά μικρόφωνα, ένα πικαπ, ενισχυτή και μερικούς δίσκους. Το rap έγινε προσιτό σε όποιον μπορούσε να αυτοσχεδιάζει στίχους με κάποια ομοιοκαταληξία και έναν ικανό ντισκ τζοκευ.
Από το 1984 και μετά εμφανίζονται οι Run – DMC, Kurtis Blow, Fat Boys, LL Cool J, κ.α. Όταν οι Blondie ηχογράφησαν το “Rapture” (1981), έγινε ευνόητο ότι το rap άγγιζε ένα κοινό που δεν ήταν αποκλειστικά μαύροι, Ισπανόφωνοι ή περιθωριακοί (urban).
Σε αντίθεση με το punk rock με το οποίο μόνιμα το συγκρίνουν – όχι άδικα, αφού και τα δυο ασκούν κοινωνική κριτική, το rap συνεχώς εξελίσσεται με σύμμαχο την τεχνολογία, που επιτρέπει την αντιγραφή – απόσπαση ήχων από παλιούς δίσκους, τους οποίους μπορεί ο παραγωγός να επεξεργαστεί ψηφιακά και να κάνει ατελείωτους συνδυασμούς.
Μολονότι έχει φανατικούς πολέμιους από παντού για την χυδαία, άσεμνη γλώσσα του, το rap διατηρεί την ζωτικότητα του.
Το rap είναι γνωστό και ως hip hop, που κυρίως αναφέρεται στην μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης και μάλιστα στην μαύρη μουσική της 10ετίας του ’80.
HIP – HOP / GRAFFITI

Το Hip – Hop, στην ορολογία της rap μουσικής, συνήθως αναφέρεται όχι μόνο σε είδος της μαύρης μουσικής της 10ετίας του ’80, που αναπτύχθηκε στη Νέα Υόρκη αλλά και σε ένα κίνημα κουλτούρας pop που το συνοδεύει. Από τις επιγραφές στους τοίχους (graffiti) με σπρέι, μέχρι breakdancing, την παρουσίαση δίσκων, το rap, τα αθλητικά παπούτσια και τις φόρμες τους ηλεκτρονικούς ήχους και όπως εύστοχα προστίθεται από τους λεξικογράφους, “όλα όσα καταναλώνονται και εισπνέονται”.
Στα τέλη της 10ετίας του ’80 δύο από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες της Hip – Hop ήταν οι De La Soul και A Tribe Called Quest.
Τα τελευταία χρόνια η Hip – Hop αναπροσδιορίζεται, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες των παλιών rapper, εμπνέεται από το περιβάλλον και εμπνέει. Έτσι αποκτά στοιχεία ή μπολιάζεται σε άλλα μουσικά είδη όπως rap, funk, disco, acid jazz, electro-funk, electro-techno, jazz-rap, rhythm & blues, κ.α.
Μερικά από τα αντιπροσωπευτικά ονόματα της Hip – Hop: Queen Latifah, Beastie Boys, Kurtis Blow, Arrested Development, Afrika Bambaataa, Eminem, Full Force, Grandmaster Flash, Salt-N-Pepa, Public Enemy, LL Cool J, MC Hammer, Run – DMC, Dr. Dre.
Graffiti σημαίνει επιγραφή ή παράσταση (συνήθως χυδαία) σε τοίχο, δημόσιες τουαλέτες, διαφημιστικά πόστερ, κ.α.

Οι πόλεμοι «γεννάνε» ειδικά τραγούδια

Στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και με την ανάπτυξη της δισκογραφίας άρχισαν να κυκλοφορούν ευρύτατα πατριωτικά τραγούδια που οι στίχοι τους αναφέρονταν στο πεντάπτυχο Θεός, Βασιλιάς, Έθνος,, Σημαίες και εθνικοί ήρωες.
Στις ΗΠΑ και Αγγλία οι στιχουργοί υπόσχονται “Θα φθάσουμε στο Βερολίνο”, “Θα μαστιγώσουμε τον Καϊζερ”, “Δεν θα παραδώσουμε ποτέ την παλιά δόξα”, “Ο ωκεανός θα είναι ελεύθερος”, “Οι ΗΠΑ θα σας βοηθήσουν να κερδίσετε τον πόλεμο”. O Irving Berlin είδε με χιουμοριστικό τρόπο τη θητεία του “Ω, πόσο μισώ να σηκώνομαι το πρωί”.
Ορισμένες μητέρες είχαν διαφορετική άποψη για την χρησιμότητα της υποχρεωτικής στράτευσης “Δεν μεγάλωσα τον γιο μου για να γίνει στρατιώτης” (1915).
Την υπομονή και τη νοσταλγία υπογραμμίζουν οι στίχοι τραγουδιών όπως “Συνεχίστε να καίτε τις φωτιές στο σπίτι”, “Είναι μακρύς ο δρόμος ως το Τιπεραρυ”, “Υπάρχει ένας μακρύς, μακρύς δρόμος”.
Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο πήχης των στίχων ανεβαίνει. Στο επίκεντρο δεν είναι πλέον τα προσωπικά μηνύματα, αλλά το Έθνος ολόκληρο: “Ο Θεός ας ευλογεί την Αμερική”, “Θα υπάρχει πάντα Αγγλία”, “Γι’αυτό αξίζει να πολεμάμε”. Θέματα που δεν θα μπορούσαν να γίνουν τραγούδι, μεταμορφώθηκαν σε μαζικά συνθήματα, όπως το “Θυμηθείτε το Περλ Χάρμπορ”.
Και η νοσταλγία πάντα παρούσα “Θα σε δω”, “Δεν θα μάθεις ποτέ πόσο σ’αγαπώ”, “Θα ξανασυναντηθούμε”, “Όταν ξανανάψουν τα φώτα”.
Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939 τερμάτισε το τελευταίο ήσυχο κι ανέμελο καλοκαίρι της Ευρώπης και του υπόλοιπου ελεύθερου κόσμου. Για τα επόμενα έξι χρόνια η ανθρωπότητα θα έμπαινε στην δίνη του μεγαλύτερου πολέμου της ιστορίας. Στο τέλος του 18 εκατομμύρια στρατιώτες και 20 εκατομμύρια πολίτες θα ήταν νεκροί, ολόκληρες πόλεις κατεστραμμένες και πολλές χώρες διαλυμένες.
Από την αρχή του πολέμου τα τραγούδια ενθάρρυναν τους άνδρες να στρατολογηθούν – και με όλα τα μέσα. Το τραγούδι «Δεν μπορείς να πεις όχι» σ’έναν στρατιώτη έστελνε ένα καθαρό μήνυμα και στους άνδρες και στις γυναίκες.
Το «Είναι Ι-Α στον Στρατό και Α-1 στην καρδιά μου» μιλάει για αυτούς που είναι κατάλληλοι για τον Στρατό (Ι-Α= ικανός προς Στράτευσιν) και τους συνδέει με την καρδιά των γυναικών.
Τον Δεκέμβριο του ’40 υπήρξε διάχυτη αισιοδοξία στην ελεύθερη Ευρώπη όταν οι Έλληνες αντιστάθηκαν σθεναρά στον επιτιθέμενο Ιταλικό στρατό. Για να υπογραμμίσει την ελληνική νίκη ο στιχουργός Φιλ Παρκ έγραψε νέους στίχους για το ιταλικό τραγούδι “Ε, τι έκπληξη για τον Ντούτσε”.
Την ίδια εποχή ΗΠΑ και Ελλάδα διασκευάζουν το Ιταλικό τραγούδι “Reginella campagnolla”. Οι Έλληνες ειρωνεύονται με τους στίχους του τον Ιταλό φασίστα «Κορόιδο Μουσολίνι». Η Σοφία Βέμπο ταυτίστηκε απόλυτα με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα, χάρη στα αντιπολεμικά τραγούδια της.
Κι όμως το τραγούδι – λάβαρο της ελεύθερης Ευρώπης ήταν γερμανικό. Ήταν η “Lili Marlene” όταν το 1941 η Γερμανία εισέβαλε στην Γιουγκοσλαβία και οι ισχυρός ραδιοφωνικός πομπός του σταθμού του Βελιγραδίου επιτάχθηκε από τους κατακτητές η προπαγάνδα του Γκαιμπελς πήρε φτερά.
Τα στρατεύματα του Ρομμελ στην βόρεια Αφρική κυρίως αυτό τον σταθμό άκουγαν. Ο σταθμός αναγκάστηκε να ζητήσει δίσκους από το Ράδιο Βιέννη. Ανάμεσα τους και το “Lili Marlene”.
Το περίεργο είναι ότι και στους άνδρες της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Μοντγκόμερυ άρεσε η μελωδία κι άρχισαν να την ψιθυρίζουν. Η βρετανική κυβέρνηση έσπευσε να ζητήσει την βοήθεια του στιχουργού Τόμμυ Κόννορ για να γράψει τους αγγλικούς στίχους.
Πρώτη στην Αγγλία το ηχογράφησε η 17χρονη τότε Ανν Σέλτον. Αργότερα το ηχογράφησε και η Μάρλεν Ντήτριχ στις ΗΠΑ. Η σύνθεση συνδέθηκε όσο καμία άλλη με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ήταν εκείνη την εποχή που οι στρατιώτες του Στάλιν κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τα ναζιστικά στρατεύματα – μετά από πολλές απώλειες, βέβαια – και Άγγλοι και Αμερικανοί τους τίμησαν διασκευάζοντας ρώσικα τραγούδια. Ο Γκλεν Μιλλερ διασκεύασε κι έκανε επιτυχία το παραδοσιακό «Τραγούδι του βαρκάρη του Βόλγα» και ο Χάρρυ Ρόυ στην Αγγλία ενορχήστρωσε το ρώσικο ερωτικό τραγούδι «Οτσι τσορνια» (Μαύρα μάτια).
Το 1945, με το τέλος του πολέμου, τα τραγούδια έχουν και πάλι χαμόγελα αισιοδοξίας: «Αρχίζω να βλέπω το φως», «Όσο περισσότερο σε βλέπω», «Το αγόρι μου γύρισε», «Ως το τέλος του χρόνου», «Τα όνειρα μου βελτιώνονται όλο και περισσότερο», «Ονειρεύσου».
Πάντως αντίθετα με την πλειοψηφία των τραγουδιών που γεννήθηκαν κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, λίγα τραγούδια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ασχολούνταν με προπαγάνδα, πατριωτισμό και ηθικό. Τα κομμάτια αυτής της περιόδου είχαν να κάνουν περισσότερο με το συναίσθημα παρά με την στρατιωτική ισχύ.
Μέσα στις ελάχιστες δημιουργίες με πατριωτικό χρώμα ήταν «Το κάναμε πριν και μπορούμε να το κάνουμε και πάλι» και «Αντίο μαμά, φεύγω για την Γιοκοχάμα».
Το πρώτο γνήσιο πολεμικό τραγούδι που έκανε πάταγο ήταν η σύνθεση του Φρανκ Λέσσερ «Ύμνησε τον Κύριο και προώθησε τα πυρομαχικά» (1942). Δεν ήταν μόνο η μελωδία αλλά και η άποψη ότι ο Θεός ήταν με την πλευρά του ελεύθερου κόσμου βοήθησαν στην επιτυχία του.
Μερικά από τα τραγούδια του πολέμου (1941-45) δεν έκαναν απ’ευθείας αναφορές στις συγκρούσεις αλλά είχαν τρυφερούς και αισιόδοξους στίχους, όπως «Οι λευκοί λόφοι του Ντοβερ» (1941), όπου τα θαλασσοπούλια θα πετούν άνετα αύριο όταν ο κόσμος θα είναι ελεύθερος.
Οι Ελληνο-Νορβηγέζες «Αντριους Σιστερς» ήταν ένα τρίο που ταυτίστηκε με τις ημέρες του Πολέμου. Φορούσαν στρατιωτικές στολές σε πολλές από τις εμφανίσεις, ενώ τα τραγούδια τους υπόσχονταν καλύτερες μέρες («Θα είμαι μαζί σου όταν θα ανθίσουν οι μηλιές»).
Υπήρχαν και σατιρικά τραγούδια όπως το καυστικό «Το πρόσωπο του Φυρερ» (1942) που ηχογράφησε ο «δολοφόνος» της μουσικής Σπάικ Τζόουνς. Η μελωδία βασίζεται στο ναζιστικό ύμνο “Horst wessell lied”.

BRYAN FERRY IN ATHENS

BRYAN FERRY IN ATHENS
Στο στουντιο της ΕΡΑ στην Αθηνα.Απο αριστερα οι Kωστας Ζουγρης,Ηλιας Ξυνοπουλος,Bryan Ferry,Λευτερης Κογκαλιδης.Πρεπει να ηταν το 1985.

24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009

* Εδω και πολύ καιρο φαινεται ότι εχει εξαντληθει το 4πλο CD με τις μεγαλες επιτυχιες των Ολυμπιανς και του Πασχαλη από την περιοδο 1966-89.
*Με τιτλο «Εσεις που περνατε» τραγουδησε η Μαιρη Λω την συνθεση του Σαρλ Τρενε(1936) Vous qui passez sans me voir.
*Ο παλιος παραγωγος μουσικων εκπομπων της ΥΕΝΕΔ Μακης Αντωνοπουλος είναι μοναχος σε μοναστηρι του Αγιου Ορους.
*3 Σεπτεμβριου 2010 στο Ολυμπιακο Σταδιο της Αθηνας δινουν συναυλια οι U2.
*Πως προφερεται; Η μπυρα στην Πορτογαλια
σερβεζα.στη νοτια Αμερικη σερβεσα και στην Ισπανια θερμπεθα.
*Στις 13 Ιανουαριου 2005 πεθανε ο Αμερικανος τραγουδιστης,που εκανε καριερα στην Ιταλια Rocky Roberts.H μεγαλυτερη επιτυχια του ηταν το Stasera mi butto ( 1967 )
*Ραδιοφωνικοι της ΕΡΑ στην Μακεδονια,Θρακη,Θεσσαλια λειτουργουν στις πολεις Κομοτηνη,Λαρισα,Ορεστιαδα,Σερρες,Φλωρινα,Μυτιληνη,Βολος,Καβαλα,Κοζανη.
*24-27 Ιανουαριου 2010 το επομενο MIDEM στο Παλαι ντε Φεστιβαλ των Καννων.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Οι ραδιοφωνικοί Μαραθώνιοι του 1984-85


Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Μακεδονίας έχει, μεταξύ άλλων, στο μητρώο των επιτυχιών του τέσσερις πανελλήνιες πρωτιές. Το 1984 μετέφερε για πρώτη φορά το στούντιο εκπομπής στον Πύργο του ΟΤΕ απ΄ όπου έγινε ραδιοφωνικός μαραθώνιος 18,5 ωρών. Ένα χρόνο αργότερα, από τον ίδιο χώρο και πάντα στο πλαίσιο λειτουργίας της ΔΕΘ, έγινε ένας δεύτερος μαραθώνιος ίσης χρονικής διάρκειας. Ακλούθησαν δύο ραδιοφωνικά «μπήτς πάρτυ» (από τις πλαζ του ΕΟΤ στην Αγία Τριάδα και στην Ασπροβάλτα), με μεγάλη απήχηση (όλα αυτά σε μία περίοδο όπου οι δύο κρατικοί σταθμοί ραδιοφώνου είχαν το μονοπώλιο στην Θεσσαλονίκη). Το 1986 ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Μακεδονίας, στο περίπτερο που είχε στη ΔΕΘ, έκανε εκπομπή χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά στην Ελλάδα CD player και το 1994, πάλι από την ΔΕΘ παρουσίασε για πρώτη φορά mini disc και dcc players.

Πειραματική TV της ΔΕΗ το 1960 στην ΔΕΘ

Ο πρώτος πειραματικός σταθμός τηλεόρασης στην Ελλάδα λειτούργησε το 1960 από την ΔΕΗ κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 1965 από το Ζάππειο μεταδόθηκε η πρώτη «δοκιμαστική τεχνική εκπομπή» του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1968 γίνεται και η πρώτη τηλεοπτική εκπομπή της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, ως Τηλεόρασης Ενόπλων Δυνάμεων, που τελικά ονομάζεται ΥΕΝΕΔ.
Το 1968 ιδρύεται ο νέος ενιαίος φορέας για την ραδιοφωνία και τηλεόραση με την επωνυμία ΕΡΤ.
Από το 1982 οι σταθμοί μετονομάζονται σε ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2.
Το 1987 δημιουργείται με το νόμο 1730 ο ενιαίος φορέας ΕΡΤ ΑΕ στον οποίο υπάγονται οι ΕΤ1, ΕΤ2, ΕΤ3 και η ΕΡΑ. Η ΕΤ3 γεννήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1988, ώρα 3:15μ.μ, στη Θεσσαλονίκη αφού προηγήθηκε η ένωση των δύο τηλεοπτικών κλιμακίων στη Θεσσαλονίκη της ΕΤ1 και ΕΤ2 που λειτούργησαν ανεξάρτητα από το 1978.
Η ΕΡΤ3 δημιουργήθηκε ως βραχίονας της ΕΡΤ ΑΕ (Γενική Διεύθυνση Βόρειας Ελλάδας).
Ως ανεξάρτητο, τρίτο κανάλι η ΕΤ3 αρχίζει την λειτουργία της στις 14 Δεκεμβρίου 1988, με ένα τρίωρο δοκιμαστικό πρόγραμμα.

1926: Πρεμιέρα ραδιοφώνου στην Θεσσαλονίκη


Έλληνας της διασποράς, ο Χρήστος Τσιγκιρίδης έρχεται από την Γερμανία στην Ελλάδα το 1925. Κατάγεται από την Αδριανούπολη. Από εκεί πηγαίνει στη Στουτγάρδη, όπου σπουδάζει ηλεκτρολογία, αλλά ασχολείται και με τη βιομηχανία τσιγάρων.
Όταν κλείνει η επιχείρηση του έρχεται με τον αδερφό του , Νίκο, στη Λάρισα. Αναλαμβάνει την ηλεκτροδότηση της πόλης και το 1925 εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη. Με την ευκαιρία της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το 1926, ο Τσιγγιρίδης παρουσιάζει τον πρώτο ραδιοφωνικό σταθμό, αν και υπάρχουν πληροφορίες ότι ήδη από το 1925 έκανε πειραματικές εκπομπές μ΄έναν πομπό εγκατεστημένο στο σπίτι του.
Τον Ιανουάριο του 1932 κυκλοφορεί το «Ραδιοπρόγραμμα» που περιλαμβάνει εκπομπές όλης της εβδομάδας , μολονότι δεν υπάρχει ακόμα, επίσημο ραδιόφωνο. Προηγήθηκαν, όμως, τα περιοδικά «Πρόγραμμα Ραδιοφώνου» και «Ραδιοπρόγραμμα» που συγχωνεύθηκαν με το τον τίτλο του δεύτερου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1932 οι κάτοχοι ραδιοφώνων στην Ελλάδα ήταν 62.000 το 1945 έφθασαν τις 36.000, το 1947 άγγιξαν τις 66.000 και το 1951 ξεπέρασαν τις 220.000. Σήμερα σε κάθε νοικοκυριό αντιστοιχούν μία έως τέσσερις ραδιοφωνικές συσκευές.

Στρατιωτική ραδιοφωνία λειτούργησε στην Ελλάδα από το 1946


Η ιστορία της στρατιωτικής ραδιοφωνίας στην Ελλάδα ξεκίνησε το 1946 στην σχολή τηλεπικοινωνίας (πτέρυγα των Σχολών Εκπαίδευσης τεχνητών του Κέντρου Υποδοχής και Εκπαίδευσης Τεχνικών- ΚΥΕΤ) με πρωτοβουλία του τότε λοχαγού Γιάννη Μητσιάδη. Πρώτα διασκευάστηκε μία κανονική συσκευή ασυρμάτου C43 έτσι ώστε να εκπέμπει με καλή απόδοση μουσικά προγράμματα (αφού βρέθηκε τρόπος διεύρυνσης της απόκρισης πάνω από 10.000 hz και κάτω των 40 HZ).
Μία μικρή αίθουσα διαμορφώθηκε σε στούντιο, τρία μικρόφωνα και τρία πίκ άπ και ο ασύρματος που μετατράπηκε σε πομπό μεσαίων και βραχέων κυμάτων ήταν ο πρώτος τεχνικός εξοπλισμός Στα τέλη του ’46 λειτουργεί με πολλές ελλείψεις και ατέλειες αλλά με ακροαματικότητα μεγάλη, σε μία δύσκολη για την Ελλάδα περίοδο, την εποχή του εμφυλίου πολέμου.
Στην αρχή χρησιμοποιούνταν μόνο δίσκοι. Αργότερα άρχισαν ζωντανές εκπομπές με καλλιτέχνες όπως η Μαίρη Λώ και ο Νίκυ Γιάκοβλεφ, ο Γιώργος Οικονομίδης και η Ρένα Ντόρ, η Νάντια Κωνσταντοπούλου και ο Τάκης Μωράκης, αλλά και ηθοποιοί όπως ο Κυριάκος Μαυρέας που παρουσίαζε σατιρικές παρλάτες.
Η Σχολή Τηλεπικοινωνίας, όπου ήταν το στούντιο και ο πομπός, βρισκόταν στο στρατόπεδο της παλιάς Εφορείας Υλικού Πολέμου, όπου σήμερα είναι το ξενοδοχείο «Χίλτον».
Ο ραδιοφωνικός σταθμός λειτουργούσε αρχικά χωρίς άδεια, υπό την ανοχή της «Διεύθυνσης Τύπου και Πληροφοριών του ΓΕΣ». Σιγά-σιγά έγινε γνωστός με το όνομα «Κεντρικός Ραδιοφωνικός Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος».
Το 1948 μία αίθουσα στην οδό Ζαλοκώστα διατίθεται για την μετατροπή της σε στούντιο ραδιοφωνίας. Τότε για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν ως επενδύσεις αυγοθήκες για απορρόφηση των ηχητικών ανακλάσεων. Ένας από τους πρώτους εκφωνητές ήταν ο τότε στρατιώτης Τζών Βεινόγλου που αργότερα έκανε καριέρα στην ΕΡΤ.
Ο μικρός πομπός αντικαταστάθηκε το 1948 με πομπό βραχέων κυμάτων, (κατασκευή της σχολής Τηλεπικοινωνίας με ισχύ ενός κιλοβάτ και Western Electric, ενός κιλοβάτ μεσαίων κυμάτων), προσφορά της «Φωνής της Αμερικής» στον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο.
Ο σταθμός αργότερα μετονομάστηκε ΥΕΝΕΔ και στην συνέχεια ΕΡΤ2 για να ενσωματωθεί στο τέλος στην ΕΡΑ
(Τα στοιχεία προέρχονται από την εφημερίδα «Ήφαιστος» του συνδέσμου Αποστράτων Αξιωματικών Τεχνικού Σώματος Στρατού)


40 χρόνια TV στην Θεσσαλονίκη


Στο τέλος Μαρτίου 1969 με την λειτουργία νέου ισχυρότερου πομπού στο κέντρο εκπομπής τηλεόρασης στον Υμηττό, ο έως τότε μικρός πομπός που λειτουργούσε στα Τουρκοβούνια εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη και έτσι οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να βλέπουν για πρώτη φορά ΥΕΝΕΔ.
Στην αρχή ο μικρός πομπός εγκαταστάθηκε στο κτίριο του ΟΤΕ Θεσσαλονίκης.
Η εικόνα μεταφέρονταν μέσω της ευρείας εφεδρικής τηλεφωνικής ζώνης. Χρειαζόταν 1000 τηλεφωνικά κανάλια για την μεταφορά του προγράμματος.
Σ’έναν ιστό ύψους 30 μέτρων, όπου στηρίζονταν όλες οι κεραίες εκπομπής και λήψης του ΟΤΕ, προστέθηκε πέντε μέτρα.
Στην αρχή από ένα λάθος των τεχνικών ή εικόνα ήταν παραμορφωμένη, αλλά στις 19 Ιουλίου 1969 αποκαταστάθηκε, επειγόντως, διότι την 20η Ιουνίου ήταν μια μεγάλη μέρα για την τηλεόραση και την ανθρωπότητα όπου σε απευθείας σύνδεση παρουσιάστηκε ο πρώτος περίπατος ανθρώπων στο φεγγάρι σε απόσταση 384.000 χλμ από την Γη.

23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009

*Η συνθεση του Ισπανου Vincente Gomez (1911-2001) Romance de amor (1938) εγινε γνωστη χαρη στην ταινια του 1941 Blood and sand.Το 1951 ο Rene Clement
χρησιμοποιησε το ιδιο θεμα για την ταινια του «Απαγορευμενα παιχνιδια» (Jeux interdits).Μ αυτόν τον τιτλο το εκανε επιτυχια στην Γαλλια το 1970 ο Narciso Yepes.Και το 1963 με τιτλο Forbidden games το ηχογραφησε στις ΗΠΑ η Myriam Makeba.
*Rose,Rose I love you- Frankie Laine(1951) βασιζεται στο κινεζικο Mei kuei,που εκανε επιτυχια στην Κινα η Hue Lee (γνωστη και ως Yao Lee-γεννημενη το 1922).Με τιτλο May kway το εκανε επιτυχια στην Αγγλια το 1951 η Alma Cogan.
*Στην ταινια του 1951 Of men and music εμφανιζεται ο κορυφαιος Ελληνας αρχιμουσικος Δημητρης Μητροπουλος.
*Περισσοτερα από 72 ενεργα φεστιβαλ τραγουδιου είναι μελη της FIDOF,της Παγκοσμιας Ομοσπονδιας Οργανισμων Φεστιβαλ.Μελος ηταν και το φεστιβαλ τραγουδιου της ΔΕΘ.
*Το περιφημο τανγκο του 1917 La cumparsta εγινε to 1952 Strange sensation-June Valli.
*Το Μικρασιατικο τραγουδι «Από ξενο τοπο κι αλαργινο» που ερμηνευσαν οι Ξανθιππη Καραθαναση,Δομνα Σαμιου,Γλυκερια εγινε αμερικανικη επιτυχια το 1953 από την Eartha Kitt με τιτλο Uska dara.Το ηχογραφησαν,επισης, οι Doris Day,Eydie Gorme κ.α.Ο τιτλος ειναι περιοχη της Κωνσταντινουπολης(ασιατικη πλευρα),οπου βρισκοταν η βυζαντινη Σκουταρη.Εκει κατοικουσαν οι βυζαντινοι ιπποτες.

ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ Η ΤΖΟΥΝΤΥ ΓΚΑΡΛΑΝΤ


Σε ένα δημοψηφισμα που εγινε το 2001 για τα 365 τραγουδια του 20 ου αιωνα που ξεχωρισαν στο Νο 1 βρεθηκε το Over the rainbow-Judy Garland (1939).Τα αλλα εννεα
2.WHITE CHRISTMAS-Bing Crosby
3.THIS LAND IS YOUR LAND-Woody Guthrie
4.RESPECT-Aretha Franklin
5.AMERICAN PIE-Don Mc Lean
6.BOOGIE WOOGIE BUGLE BOY-Andrews Sisters
7.WEST SIDE STORY
8.TAKE ME OUT TO THE BALL GAME-Billy Murray
9.YOU’ VE LOST THAT LOVIN’ FEELIN’-Righteous Brothers
10.THE ENTERTAINER-Scott Joplin
Ψηφισαν δασκαλοι,δημοσιογραφοι,φοιτητες κι επιλεγμενες προσωπικοτητες.Το δημοψηφισμα ηταν τμημα ενός σχεδιου για την προωθηση της μουσικης εκπαιδευσης στα σχολεια.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Ο δίσκος έγινε 122 χρονων

Ο δίσκος έγινε 122 χρονων το 2009. Η υπεραιωνόβια εφεύρεση του Emile Berliner, που τότε θεωρήθηκε «θαύμα», αναπτύχθηκε πέρα από κάθε προσδοκία. Ο περιορισμένων δυνατοτήτων κύλινδρος έγινε επίπεδος δίσκος, που έτρεχε με 78 στροφές, με 33, με 45 και μετά με την ψηφιακή τεχνολογία έγινε ακόμα μικρότερος, ως CD ή ως MD.
Ήταν μόλις 19 χρονών ο Berliner, όταν μετανάστευσε από το Αννόβερο της Γερμανίας. Έφθασε απένταρος στη Νέα Υόρκη, όπως, άλλωστε, και οι περισσότεροι μετανάστες της εποχής και για τρία χρόνια εργάστηκε ως υπάλληλος σε κατάστημα της Ουάσιγκτον.
Αναποφάσιστος για το μέλλον του, εγκατέλειψε την δουλειά του κι άρχισε να ταξιδεύει στις ΗΠΑ για τα επόμενα τρία χρόνια. Για να ζήσει δεχόταν οποιαδήποτε εργασία. Σε μια από αυτές έπλενε μπουκάλια για το εργαστήριο του Constantine Fahlberg, τον άνθρωπο που αργότερα θα παρασκεύαζε την σακχαρίνη.
Το περιβάλλον του εργαστηρίου τον ενέπνευσε πιθανότατα να σπουδάσει χημεία και φυσική. Επέστρεψε στην Ουάσιγκτον, ξαναβρήκε την παλιά δουλειά του στο ίδιο κατάστημα υφασμάτων να τον περιμένει και παράλληλα δημιούργησε εργαστήριο, στο σπίτι του, όπου άρχισε να πειραματίζεται στον χώρο του ηλεκτρισμού και της ακουστικής.
Η πρώτη επιτυχία του Berliner ήταν η προσπάθεια του να βελτιώσει το τηλέφωνο του Alexander Bell, που πούλησε στην τηλεφωνική εταιρεία “Bell”. Μετά επέστρεψε στην Γερμανία για να ανοίξει μια τηλεφωνική επιχείρηση με τον αδερφό του Joseph. Κερδίζει πολλά χρήματα που του επιτρέπουν να μετακομίσει στην Ουάσιγκτον και ν’ αρχίσει πειράματα στην ηχογράφηση του ήχου.
Στις 26 Σεπτεμβρίου 1887 έκανε αίτηση στην υπηρεσία ευρεσιτεχνίας για ένα μηχάνημα που χρησιμοποιούσε γυάλινο δίσκο ο οποίος γύριζε πάνω σε μια περιστρεφόμενη επιφάνεια και χαραζόταν από μια βελόνα που στηριζόταν σε έναν βραχίονα. Κατοχύρωσε το όνομα «γραμμόφωνο» για την εφεύρεση του.
Ο σκληρός δίσκος του Berliner ήταν εντυπωσιακός αλλά δεν ήταν σοβαρός αντίπαλος για τον κύλινδρο – το δημοφιλέστερο μηχανικό μέσο ακρόασης μουσικής την εποχή εκείνη. Πέρασαν έξι χρόνια πριν ο Berliner προχώρησε στην βελτίωση της εφεύρεσης του που θα επέτρεπε την καθιέρωση του δίσκου. Ήταν όταν συνέλαβε την ιδέα να κατασκευάσει μια εφεδρική μεταλλική μήτρα της αρχικής ηχογράφησης, προκειμένου να δημιουργήσει μια στάμπα ή καλούπι για την εκτύπωση χιλιάδων δίσκων από ένα ειδικό, πλαστικό υλικό. Έως τότε μερικοί δημοφιλείς τραγουδιστές ηχογραφούσαν χιλιάδες φορές το ίδιο κομμάτι αφού δεν υπήρχε τρόπος δημιουργίας αντιγραφων.
Αυτό ήταν ένα σημαντικό βήμα και μολονότι ο Edison και άλλοι εφευρέτες της εποχής μπορούσαν να δημιουργήσουν αντίγραφα κυλίνδρων σε προσιτή τιμή χρησιμοποιώντας φυγοκεντρωτή, η μεγάλη ευκολία εκτύπωσης επίπεδων δίσκων έδωσε το προβάδισμα στο νέο προϊόν.
Οι πρώτοι δίσκοι κατασκευάζονταν από σκληρό λάστιχο ή εβονίτη, αλλά η ηχογράφηση δεν ήταν μόνιμη κι έτσι ο Berliner απευθύνθηκε στην Durinoid Button Company, που το νέο υλικό τους βασισμένο στο βερνίκι γομμαλάκκας αποδείχθηκε πολύ πιο επιτυχημένο.
Το υλικό αυτό συνέχισε ν’ αποτελεί την βάση για όλους τους δίσκους γραμμοφώνου στα επόμενα πενήντα χρόνια – έως την εμφάνιση των δίσκων βινυλίου κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τα μηχανήματα που έπαιζαν τους δίσκους ή γραμμόφωνα (gramophones) κουρδίζονταν με το χέρι σε μια ταχύτητα 70 rpm (στροφών ανά λεπτό) και κατασκευάζονταν μετά από παραγγελία του Berliner από έναν Γερμανό κατασκευαστή παιχνιδιών – άλλωστε εκείνη την εποχή θεωρούσαν τους δίσκους κάτι περισσότερο από παιχνίδι.
Παρ’ όλα αυτά ο Berliner δεν είχε το μονοπώλιο. Οι κύλινδροι πουλούσαν ακόμα. Οι δίσκοι με κατακόρυφη κοπή του Berliner είχαν ανταγωνισμό από δίσκους με κοπή πλευρική. Το 1910 φαίνεται καθαρά ότι ο Berliner προηγείται, ενώ οι δύο άλλες φόρμες ηχογράφησης παρέμειναν στην αγορά για 10-15 χρόνια ακόμα.
Το πρώτο γραμμόφωνο που δούλευε με μηχανισμό ρολογιού εμφανίστηκε το 1895. Εφευρέτης του ήταν ο Eldridge R. Johnson, ένας μηχανικός ραπτομηχανών από το Κάμντεν της Νέας Υερσεης.
Οι πρώτες βελτιώσεις του γραμμοφώνου περιλάμβαναν αλλαγές στην απόδοση του ήχου. Ένας Ιταλός μετανάστης στη Νέα Υόρκη, ο Gianni Bettini, που ο «μικροφωνογράφος» του περιείχε μια «αράχνη» η οποία άγγιζε το διάφραγμα σε αρκετά σημεία και έδινε καλύτερο ήχο – πιο μαλακό – απ’ ότι η απευθείας σύνδεση βελόνας με το διάφραγμα. Στον Bettini επίσης αποδίδεται η ανέλιξη του φωνογράφου, όταν έπεισε τα μεγάλα αστέρια της όπερας να ηχογραφήσουν δίσκους. Η Berliner Gramophone Company είχε επιτυχία, επίσης, με το «βελτιωμένο γραμμόφωνο» το 1897, που διέθετε και νέο ηχείο και μηχανισμό.
Έγινε παγκόσμια γνωστό ως θέμα του έργου ζωγραφικής “His Master’s Voice” που παρουσιάζει έναν σκύλο, τον Nipper, ν’ ακούει την «φωνή του κυρίου» του από ένα χωνί φωνογράφου. Το έργο αυτό έγινε σήμα κατατεθέν για την Victor Talking Machine Company, την φωνογραφική εταιρία HMV και (σε ορισμένες χώρες) την RCA Victor.
Σύμφωνα με τον οδηγό ρεκόρ Guiness, ο πρώτος ευρωπαϊκός κατάλογος γραμμοφώνων εκδόθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1898, για να μοιραστεί στους καταστηματάρχες που πουλούσαν φωνογράφους και δίσκους.
Παρ’ όλα αυτά οι δίσκοι είχαν περιορισμούς στην απόδοση τους, λόγω της πρωτόγονης ακουστικής μεθόδου ηχογράφησης. Στις αρχές της δεκαετίας του ’20 το γραμμόφωνο και οι δίσκοι πρωταγωνιστούσαν στην κοινωνική ζωή – σε Ευρώπη και Αμερική. Τότε εμφανίζεται το ραδιόφωνο, που ήταν ένα νέο μέσο ψυχαγωγίας με βελτιωμένη ηχητική ποιότητα, σε σύγκριση με το γραμμόφωνο. Οι πωλήσεις των δίσκων άρχισαν να μειώνονται επικίνδυνα και, ακόμα και η γιγαντιαία φωνογραφική εταιρία Columbia αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα.
Οι κανονικές εκπομπές άρχισαν όταν ο σταθμός KDKA του Πίτσμπουργκ πήρε άδεια λειτουργίας το 1920 για να λειτουργεί μια ώρα κάθε μέρα στα 360 μέτρα (στα μεσαία). Στην Αγγλία οι σποραδικές εκπομπές σε τακτικό πρόγραμμα άρχισαν το 1922 με την δημιουργία της British Broadcasting Company (που έγινε δημόσιος οργανισμός επτά χρόνια αργότερα), όταν ήδη 500 ραδιοφωνικοί σταθμοί είχαν άδεια λειτουργίας στις ΗΠΑ.
Μολονότι το συνόδευαν σφυρίγματα και παράσιτα, η ηχητική ποιότητα αυτών των πρώτων ραδιοφωνικών συσκευών ήταν σαφώς ανώτερη από τα περισσότερα γραμμόφωνα.
Η μουσική βιομηχανία παρ’ όλα αυτά επέζησε, χάρη στη νέα τεχνολογία που έκανε το ραδιόφωνο τόσο αποτελεσματικό στην μέθοδο αναπαραγωγής των ήχων της μουσικής.
Τα μικρόφωνα που χρησιμοποιούσαν για το ραδιόφωνο μετέτρεπαν τα ηχητικά σήματα σε ηλεκτρικό ρεύμα που μπορούσε να περάσει από σύρματα χωρίς σοβαρές απώλειες ώσπου να φθάσει στον ακροατή. Χρησιμοποιώντας μια θερμιονική βαλβίδα, αυτή η λειτουργία μπορούσε να εφαρμοστεί για την βελτίωση της εγγραφής της μήτρας.
Η εμφάνιση του μικροφώνου και της ηλεκτρικής ηχογράφησης βοήθησε στην ανάπτυξη της δισκογραφικής βιομηχανίας. Η πρώτη εταιρία που κυκλοφόρησε ηλεκτρικές ηχογραφήσεις στην αγορά των ΗΠΑ ήταν η Marsh Recording Laboratories του Σικάγου, το φθινόπωρο του 1924, με την ετικέτα “Autograph”.
Περίπου την ίδια εποχή η Bell Telephone Laboratories έκανε σημαντικές προόδους στην ηλεκτρική ηχογράφηση κι έδωσε την άδεια στις εταιρίες Victor και Columbia να εκδώσουν – με το δικό της σύστημα – τους πρώτους ηλεκτρικούς δίσκους το 1925.
Ο πρώτος δίσκος της Columbia είχε το τραγούδι “John Peel”, που ηχογραφήθηκε στην Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης, από 850 χορωδούς. «Ήταν πιο δυνατός από έναν συνηθισμένο ακουστικό δίσκο. Η κλίμακα συχνοτήτων είχε επεκταθεί και προς τα κάτω και προς τα πάνω, περίπου σε 100 – 5000 Hertz, δίνοντας συμπαγή ήχο στα μπάσα και καθαρότητα στα πρίμα, που δυστυχώς οι παλιότερες ηχογραφήσεις δεν είχαν». Έτσι περιέγραφε τον δίσκο ο John Borwick, εμπειρογνώμων σε θέματα ήχου, στο περιοδικό “The Gramophone”.
Με τον εξηλεκτρισμό των ηχογραφήσεων άρχισε η ραγδαία άνοδος των πωλήσεων για φωνογράφους, γραμμόφωνα ή, γενικά, τα μηχανήματα που αναπαραγάγουν το περιεχόμενο των «ραδιογραμμάτων» (ραδιοφωνικών συσκευών).
Το μηχάνημα που δεχόταν πολλούς δίσκους, οι οποίοι αυτόματα άλλαζαν, έκανε την εμφάνιση του το 1927 από την Victor και το πρώτο ανάλογο αυτόματο μηχάνημα παρουσιάσθηκε στην Αγγλία, το 1932, από την Garrard.
Οι πωλήσεις των δίσκων άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και τα θεμέλια των σημερινών μεγάλων εταιριών άρχισαν να εμφανίζονται: ο Eldridge Johnson πούλησε την Victor Company. Την αγόρασε η Radio Corporation of America και την ονόμασε RCA Victor. Η Gramophone Company και η Columbia Gramophone Company στην Αγγλία συγχωνεύθηκαν για να δημιουργήσουν την Electrical & Musical Industries (EMI) και το 1938 η Columbia Αμερικής αγοράστηκε από την Columbia Broadcasting System (CBS).
O Emil Berliner πέθανε το 1929 και την ίδια χρονιά το μεγάλο κραχ της Ουώλλ Στρητ προκάλεσε τεράστιες ζημιές στην δισκογραφική βιομηχανία, καθώς οι δίσκοι και τα γραμμόφωνα έγιναν είδη πολυτελείας.
Στην δεκαετία του ’30 οι απαιτήσεις για την ποιότητα είχαν αυξηθεί, γεγονός που υπογραμμίζεται από την ευρεία χρήση του όρου «υψηλή ποιότητα» (high fidelity), που επέβαλε την κατασκευή μηχανημάτων αναπαραγωγής δίσκων υψηλής ποιότητας.
Τον όρο “high fidelity” φαίνεται ότι τον καθιέρωσε ο Harold Hartley, ένας μηχανικός που εργαζόταν στην εταιρία English Electric, ως περιγραφή των βελτιωμένων ραδιοφωνικών συσκευών και ηλεκτρικών γραμμοφώνων , αλλά η ευρεία χρήση του καθιερώθηκε όταν υιοθετήθηκε από τους σταθμούς των ΗΠΑ το 1934.
Στην δεκαετία του ’30 η εξάπλωση των τζουκ μπόξ στις ΗΠΑ έδωσε νέα πνοή στην δισκογραφική βιομηχανία αφού παρακινούσε τον κόσμο να αγοράσει τους δίσκους που ακούγονταν στα μπαρ, τα ζαχαροπλαστεία και τις λέσχες. Ήταν αυτό το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τους δίσκους που οδήγησε το 1940 το περιοδικό Billboard στην καθιέρωση της δημοσίευσης ενός εβδομαδιαίου καταλόγου με τα πιο εμπορικά τραγούδια.
Τόσο στην δεκαετία του ’30 όσο και του ’40 αναπτύχθηκαν διάφορες τεχνικές βελτίωσης του ήχου στους δίσκους 78 στροφών από γομμαλάκα, συμπεριλαμβανομένων των δίσκων “ffrr” (ηχογράφηση σε κλίμακα πλήρους συχνότητας) της Decca, αλλά ήταν αδύνατον να ξεπεραστούν οι βασικοί περιορισμοί – ο δίσκος ήταν βαρύς, εύθραυστος και η κάθε πλευρά είχε διάρκεια μόλις 4,30 λεπτών.
Αργότερα ήρθε ή εμφανίστηκε η βελτίωση που άλλαξε το σκηνικό – ο δίσκος μακράς διαρκείας 33⅓ στροφών (LP), εφεύρεση της αμερικανικής Columbia, η οποία εμφανίστηκε τον Ιούνιο 1948. Γρήγορα ακολούθησε ο δίσκος 45 στροφών και 7 ιντσών από την RCA Victor. Η ΕΜΙ αντιστάθηκε στην πρόσκληση των 33⅓ στροφών έως το 1952.
Το λανσάρισμα των LP έδινε εμφάνιση στο κύριο προτέρημα τους. Την εκτενή ηχογράφηση – αναπαραγωγή τραγουδιών μακράς διαρκείας. Ακόμα ήταν εμφανής η απουσία θορύβων και ξεχώριζε ο ήχος υψηλής πιστότητας, χάρη στο ήσυχο, απαλό, άθραυστο υλικό από βινύλιο. Άλλο προτέρημα ήταν η ελαφριά κεφαλή ανάγνωσης μόλις 6 γραμμαρίων.
Εκτός από την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου μηχανήματος – για την αναπαραγωγή του περιεχομένου των δίσκων – που να διαθέτει τη νέα ταχύτητα 33½ στροφών, το άλμπουμ έφερε νέους τύπους βελόνας ή κεφαλής. Πιο πριν χρησιμοποιούνταν βελόνες, που μετά από μερικές χρήσεις η μυτερή άκρη γινόταν επίπεδη από την τριβή, την φθορά και έπρεπε να αντικατασταθούν.
Οι νέες συνθήκες επέβαλαν να κατασκευάζεται η γραφίδα ανάγνωσης (ή βελόνα) με μεγάλη ακρίβεια στην ακτίνα της άκρης της και με όσο το δυνατόν πιο σκληρό υλικό – από ζαφείρι ή διαμάντι, για να διατηρεί τις κατάλληλες διαστάσεις για την αναπαραγωγή πολλών δίσκων – άνω των 100 ωρών.
Ήταν τότε που τα μηχανήματα είχαν τρεις ταχύτητες: 33½ για τα άλμπουμ, 45 στροφές για τους νέους μικρούς δίσκους των επτά ιντσών και 78 στροφές για τους παλιούς δίσκους.
Η εμφάνιση του LP (ή άλμπουμ όπως το ονόμασαν οι Αμερικανοί) προκάλεσε την δημιουργία εξωφυλλων με έγχρωμες φωτογραφίες ή σχέδια στο μπροστινό μέρος και, συνήθως, κειμένων στο πίσω. Ο σχεδιασμός των εξώφυλλων του LP τώρα αναγνωρίζεται ως είδος τέχνης με τα δικά της βραβεία κι εκθέσεις.
Δέκα χρόνια μετά την εμφάνιση του LP στην τεχνική της ηχογράφησης προστέθηκε ο στερεοφωνικός ήχος. Η ιδέα του στερεοφωνικού ήχου δεν ήταν νέα (όπως π.χ. η εταιρία Neophone είχε εφεύρει ένα δίσκο 500 χιλιοστομετρων το 1940 και ο Edison είχε γράψει 40 λεπτά μουσικής σε ένα μόνο δίσκο το 1927) αφού ο Γάλλος μηχανικός Clement Ader προτρέχοντας τον είχε παρουσιάσει 75 χρόνια πριν.
Ο Ader είχε στήσει «μικρόφωνα» πάνω σε βέργες στο αριστερό και δεξιό μέρος της σκηνής στην Όπερα των Παρισίων για την έκθεση της γαλλικής πρωτεύουσας το 1881 και τα συνέδεσε με τηλεφωνικές γραμμές. Στις άκρες υπήρχαν ακουστικά. Φορώντας τα ακουστικά οι επισκέπτες άκουγαν με έκπληξη ότι μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις κινήσεις των τραγουδιστών προς τα αριστερά ή δεξιά και να απολαμβάνουν πιο φυσικούς ήχους.
Πενήντα χρόνια αργότερα, ένας Βρετανός μηχανικός, ο A. D. Brumlein κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μια μέθοδο στερεοφωνικής ηχογράφησης, 25 χρόνια πριν η δισκογραφική βιομηχανία ετοιμαστεί να αγκαλιάσει την τεχνολογία “stereo”.
Οι στερεοφωνικές μαγνητοταινίες εμφανίσθηκαν στην αγορά στα μέσα της δεκαετίας του ’50 αλλά μόλις τον Μάρτιο του 1958 η RIAA (Recording Industry Association of America) συνέστησε το σύστημα Westrex 45/45 ως το παγκόσμιο στάνταρντ. Οι στερεοφωνικοί δίσκοι έγιναν για πρώτη φορά ευρέως διαθέσιμοι στο εμπόριο στις ΗΠΑ και Αγγλία το καλοκαίρι του 1958.
Για ένα διάστημα οι στερεοφωνικοί και μονοφωνικοί δίσκοι συμβίωσαν αλλά με την έκρηξη της μουσικής στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και την εμφάνιση φθηνών στερεοφωνικών φορητών μαγνητοφώνων, άρχισε η πτώση της μονοφωνίας. Έτσι το 1968 η ΕΜΙ αρχίζει να εκδίδει όλους τους δίσκους κλασικής μουσικής σε στέρεο.
Αυτή την περίοδο παρουσιάζεται ένα ακόμα σύστημα ήχου – το τετραφωνικό (“quadraphonic”). Στάθηκε αδύνατο να συμφωνήσουν οι εταιρείες δίσκων σε ένα στάνταρντ και το κοινό αρνούνταν να προσθέσει άλλα δύο ηχεία και ν’ ακούει δίσκους από τέσσερις πηγές μόνο με δύο… αυτιά.
Εκεί που απέτυχε το τετραφωνικό, πέτυχε η Philips με την επινόηση του φορητού κασετοφώνου – πρώτα με άγραφες και μετά με προηχογραφημένες κασέτες. Για πρώτη φορά το κασετόφωνο της Philips εμφανίστηκε στο Berlin Radio Show (1963), γρήγορα καθιερώθηκε κι εξαφάνισε το αντίπαλο και πιο ογκώδες 8 track cartridge. Βέβαια η ευκολία ηχογράφησης στο κασετόφωνο προκάλεσε πονοκέφαλο στις δισκογραφικές εταιρίες αφού οι νέοι προτιμούσαν να δανείζονται δίσκους και να τους αντιγράφουν ή να γράφουν ότι καινούριο άκουγαν από το ραδιόφωνο.
Αλλά το πιο σημαντικό βήμα στην εξέλιξη του ηχογραφημένου δίσκου ήρθε με την ψηφιακή τεχνολογία, ενισχύοντας ριζικά και ανυπέρβλητα την ποιότητα του ήχου της μουσικής και ανοίγοντας το δρόμο στον δίσκο compact, που όπως υποστηρίζεται έσωσε τις μονογραφικές εταιρίες στην δεκαετία του ’80.
Η χρήση της ψηφιακής τεχνικής άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 όταν η γιαπωνέζικη εταιρία Nippon Columbia υιοθέτησε τον παλμικό κώδικα διαμόρφωσης στις ηχογραφήσεις. Αμέσως ακολούθησαν άλλες εταιρίες που αναγνώρισαν τα πλεονεκτήματα της ψηφιακής ηχογράφησης. Εκτός από τον περιορισμό των θορύβων ή παραμορφώσεων τα ηχογραφημένα «μαστερ» ή μίτρες εξασφάλιζαν ανώτερο στερεοφωνικό διαχωρισμό, ηχητική διαύγεια, δυναμική κλίμακα και σταθερότητα στην ταχύτητα.
Ήδη το 1980 πολλά άλμπουμ έφεραν την λέξη «ψηφιακός» και οι εταιρίες υποστήριζαν τις αρετές της νέας τεχνικής στις ηχογραφήσεις. Αλλά στην πραγματικότητα ήταν αναλογικοί δίσκοι από ψηφιακές μήτρες. Η λύση βρέθηκε με την εφεύρεση του ψηφιακού δίσκου compact, πρώτα από την Philips και αργότερα σε συνεργασία με την Sony, που επιτρέπει την αποθήκευση, ψηφιακά, πληροφοριών στην επιφάνεια ενός πλαστικού δίσκου με διάμετρο 120 χιλιοστομετρων ο οποίος έχει επικάλυψη από ανακλαστικό αλουμίνιο. Με την σειρά του το αλουμίνιο καλύπτεται από ένα καθαρό πλαστικό, που χρησιμεύει ως προστατευτική επίστρωση. Η επιφάνεια δεν φθείρεται και δεν υπάρχουν θόρυβοι ή παράσιτα διότι δεν υπάρχει επαφή μεταξύ του δίσκου και οποιαδήποτε μορφή βελόνας. Η ψηφιακή πληροφορία αποθηκεύεται σε “pits” στον δίσκο και διαβάζεται από μιαν ακτίνα λέιζερ. Χρησιμοποιώντας μια σταθερή ταχύτητα 125 εκ. το δευτερόλεπτο, έτσι ο δίσκος τρέχει με περίπου 500 στροφές το λεπτό στο κέντρο και υποχωρεί στις 215 στροφές προς το χείλος.
Αλλά η επανάσταση του CD μόλις τώρα αρχίζει. Καθώς και όλα τα παράγωγά του. Όπως το CD-R, το MD (mini disc) ή το DVD (digital video disc), που αρχίζουν να κατακτούν τους φίλους του ήχου, αλλά και της εικόνας σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του πλανήτη μας. Λίγο μετά το 2000 είναι αδύνατον πλέον η φαντασία να συλλάβει το μέσο με το οποίο ο ακροατής του 21ου αιώνα θα απολαμβάνει την αγαπημένη του μουσική. Το πιθανότερο είναι ότι ένα σύστημα θα επιτρέπει στον χρήστη να βλέπει, να ακούει και να διαλέγει από ένα ατελείωτο ρεπερτόριο επιλογών.

Οι πιο σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία του δίσκου
1877: Ο Thomas Edison κάνει αίτηση ευρεσιτεχνίας για τον φωνογράφο – μεταλλικός κύλινδρος
1887: Τον πρώτο επίπεδο δίσκο (από τσίγκο) παρουσιάζει στις ΗΠΑ ο Emile Berliner, ο οποίος δέκα χρόνια πριν είχε εφεύρει το μικρόφωνο
1891: Η Columbia Phonograph Co της Ουάσιγκτον εκδίδει τον πρώτο κατάλογο δίσκων
1897: Ο Berliner ιδρύει την Gramophone Company στο Λονδίνο
1897: Το πρώτο στούντιο ηχογραφήσεων ανοίγει στην Φιλαδέλφεια από τον Fred Gaisberg
1898: Ο αδερφός του Berliner, Joseph, δημιουργεί το εργοστάσιο παραγωγής δίσκων Deutsche Grammophon στο Αννόβερο της Γερμανίας
1899: Η Clara But είναι η πρώτη διεθνώς γνωστή τραγουδίστρια που ηχογραφεί δίσκο
1902: Οι πρώτες ηχογραφήσεις του Enrico Caruso για την Gramophone Company στο Μιλάνο
1903: Κυκλοφορούν οι πρώτοι δίσκοι 12 ιντσών και οι πρώτοι δίσκοι με ηχογραφημένες και τις δύο πλευρές
1920: Το “Dardanella” του Ben Selvin είναι ο πρώτος δίσκος που πούλησε πάνω από τρία εκατομμύρια αντίτυπα
1925: Εφαρμόζονται οι ηλεκτρικές ηχογραφήσεις και καταργούνται οι ακουστικές
1931: Ο Alan Blumlein της Gramophone Company κατοχυρώνει τα δικαιώματα του για την στερεοφωνική ηχογράφηση
1933: Τα τζουκ μποξ κατακλύζουν τα μπαρ και άλλους δημόσιους χώρους στις ΗΠΑ. Έως το 1939 ο αριθμός τους θα φθάσει τις 225.000
1940: Η ταινία κινουμένων σχεδίων του Walt Disney “Fantasia” είναι η πρώτη σημαντική προσπάθεια στην εφαρμογή στερεοφωνικού ήχου στον κινηματογράφο
1948: Ο πρώτος δίσκος μακράς διαρκείας εκδίδεται από την Columbia στις ΗΠΑ
1949: Η RCA Victor παρουσιάζει τον δίσκο 45 στροφών στις ΗΠΑ
1950: Τα πρώτα LP εκδίδονται στην Αγγλία, από την Decca και στην Γαλλία από την L’ Oiseau Lyre
1950: Τα πρώτα μαγνητόφωνα (open reel) κυκλοφορούν στο ελεύθερο εμπόριο
1952: Η DGG παρουσιάζει τα LP στην γερμανική αγορά και η ΕΜΙ στην Αγγλία
1953: Κυκλοφορούν οι πρώτοι δίσκοι ΕP (extended play) των 45 στροφών και 7 ιντσών με τρία έως πέντε τραγούδια
1954: Το πρώτο τραγούδι του ροκ’ ν’ ρολλ “Rock around the clock” κάνει τον γύρο του κόσμου, αλλάζοντας για πάντα την μουσική
1958: Οι εταιρίες των ΗΠΑ και Αγγλίας αρχίζουν την εκτύπωση στερεοφωνικών δίσκων
1962: Η ΕΜΙ της Αγγλίας διακόπτει την παραγωγή δίσκων 78 στροφών
1963: Κυκλοφορούν τα φορητά κασετόφωνα της Philips
1970: Εμφανίζεται ο τετρακαναλικός ήχος
1979: Ο δίσκος compact (CD) παρουσιάζεται στα ΜΜΕ από την Philips
1982: CD και μηχανήματα αναπαραγωγής τους λανσάρονται στην Ιαπωνία από τις CBS / Sony, Toshiba / EMI, Hitachi και Sharp
1983: Ευρωπαϊκή παρουσίαση του CD από την Polygram και του CD player από τις εταιρίες Philips / Sony / Hitachi και από την Marantz