Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη φουλ αυτή την εβδομάδα. Ο Βαρδάρης φυσά εντός μας κι ας βρισκόμαστε μισή Ελλάδα πιο κάτω. Θεσσαλονίκη όχι μόνο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου, αλλά και της μουσικής της αρχιτεκτονικής, του design. Και επίσης μια πρόγευση από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά events που αναμένονται λίαν προσεχώς στην πόλη. Για εμάς τους τουρίστες και τους περιστασιακούς εραστές της η Θεσσαλονίκη είναι συνυφασμένη με τον παραλιακό της ορίζοντα, «το πεδίο που επιτρέπει στο βλέμμα να “αρμέξει το φως της οικουμένης” που θα έλεγε ο ποιητής, η έξοδος του ανθρώπου από την πόλη μέσα στην πόλη, μεθοριακή ζώνη της στεριάς και του νερού, περατζάδα και χωνευτήρι όλων των ηλικιών,η Νέα Παραλία είναι μια υπόθεση που πρέπει να προστατευτεί». Όπως ισχύει όμως για όλα τα μέρη και για όλες τις μητροπόλεις του κόσμου, υπάρχει πάντα και η άλλη πλευρά, αθέατη συχνά στα μάτια του περιστασιακού επισκέπτη. Υπάρχει κι η άλλη Θεσσαλονίκη με τα προβλήματα, τις παθογένειες και την μιζέρια της που αναλαμβάνει συχνά να την ξεπλύνει «η ομορφιά μιας παραλιακής και η χάρη ενός Θερμαϊκού, τις μέρες που αυτός δεν μετατρεπόταν σε σκουπιδότοπο».
Ο Κώστας Χατζής έχει κλείσει τα 86, αλλά παραμένει εξαιρετικά ακμαίος και δημιουργικός, πάντα προσηνής, εκφραστικός και πηγαίος, με μια ιδιαίτερη καλλιέργεια. Αυθεντικός, που λένε. Είναι επίσης ένας από τους πιο αγαπημένους ερμηνευτές και ένας από τους πιο συμπαθείς Έλληνες. Και ό,τι λέει το παίρνει πάνω του χωρίς φόβο και πάθος. «Για μένα ο ανδρισμός δεν είναι στα όργανα που ξεχωρίζουν τη γυναίκα από τον άνδρα, είναι η ιδιότητα - αυτή την ιδιότητα την είχε μόνο ο Χατζιδάκις», λέει μεταξύ πολλών άλλων, καθώς αφηγείται την πολυκύμαντη ζωή του και την εντυπωσιακή καριέρα του στο ελληνικό τραγούδι.
Ένας ακτιβιστής Βρετανός φωτογράφος κι ένας Ιταλός σκηνοθέτης animation, δύο ξένοι στην Αθήνα, ο ένας μόνιμος πλέον, ο άλλος περαστικός, μιλούν ο καθένας για το δικό του όραμα. Ο ένας εμπνέεται από το σθένος των μεταναστών στην αντίξοη πορεία τους από τα βάθη του Μεξικού προς τα σύνορα με τις ΗΠΑ και ο άλλος από την ελληνική παράδοση. Την ίδια εβδομάδα φιλοξενείται στη LiFO ένας ευγενής και χαμογελαστός τύπος που έφτασε στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία πριν από περίπου είκοσι χρόνια χωρίς να ξέρει λέξη ελληνικά, κουβαλώντας μαζί του τις πιο απίθανες εμπειρίες. Όταν αποφάσισε ότι η Αθήνα είναι η νέα του πατρίδα και τα ελληνικά η νέα του γλώσσα, τόλμησε το πιο παλιό, κρυφό του όνειρο: να γίνει ηθοποιός.
Υποτίθεται ότι οι εκπρόσωποι της Γενιάς Ζ, που δεν είδαν ποτέ το φως του 20ού αιώνα, βρίσκονται σε κόντρα με την προηγούμενη γενιά των millennials. Γιατί όμως φαίνονται τελευταία να ντύνονται σαν να έχουμε 2001; Προφανώς, βέβαια υπάρχουν πιο κρίσιμα ζητήματα για τους σύγχρονους εικοσάχρονους, ειδικά τους φοιτητές.Μια άλλη τάση, στο ελληνικό βιβλίο αυτήν τη φορά, έχει να κάνει με κάτι πολύ παλιότερο. Έχετε συναντήσει την παράξενη γοητεία που ασκεί η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία της ντοπιολαλιάς; «Τα βράδια που πέφταμε σο κρεβάτι κι είχε σιγαλιά θυμιόμουνα που ήμουνα μικρή και αρέντευα μέσα σις ελαίες. Ήλεγα με το νου μου: «Τόσο ωραία χρόνια ήσανε κείνα και δεν το ’ξερες, μωρ’ Τέτα;». Αυτό είναι ένα δείγμα μόνο της ιδιωματικής, απόκοσμης, ονειρικής ομορφιάς των τοπικών διαλέκτων όπως αυτές ζωντανεύουν μαγικά σε δεκάξι (ναι, πρόκειται για τάση και για κύμα) ελληνικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας… «Είσαι πούστης γιε μου;»: αυτό είναι από αλλού και προφανώς δεν είναι ντοπιολαλιά, δεν είναι δείγμα τοπικής αλλά μάλλον οικουμενικής –ή εθνικής έστω– διαλέκτου. Με αυτή την ερωτηματική πρόταση ανοίγει το νέο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη «Ψιλά Γράμματα» το οποίο διανύει τη διαρκώς κρίσιμη περίοδο από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα.
No comments:
Post a Comment